Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

BOHEMIAN GROVE (Gre) - Bohemian Grove (2010)

Οι Bohemian Grove είναι εκείνοι οι θεοί Πατρινοί που στον πρώτο δίσκο είχαν στο εξώφυλλο μια κουκουβάγια. Μπορεί σε κάποιους να ακούγεται αστείο αλλά εμένα πολύ μ’ άρεσε γιατί γενικά βρίσκω ενδιαφέρον να διασταυρώνω το black metal μου με διάφορα ζώα. Τώρα στον νέο τους δίσκο έχουν το πιο πατροπαράδοτο τραγί απ' έξω. Δεν χαλιέμαι πάντως γιατί και ο “άρχοντας” έχει τη γοητεία του, περνώντας μέσα από την καλλιτεχνική αντίληψη του Bartlett, και καταλήγοντας σε έναν πολύ όμορφο προπομπό όσων βρίσκονται στα ενδότερα.

Έχοντας στρώσει το έδαφος με πρόκες και έχοντας αφήσει υποσχέσεις αντίστοιχες ημίγυμνης πουτάνας στο κρεβάτι, οι Bohemian Grove φέτος κυκλοφορούν ένα δίσκο που μία δεκαετία πριν θα είχε προκαλέσει τον πανικό τον ίδιο. Ούτε τότε θα 'ταν πρωτότυπος ο δίσκος, να ξηγιόμαστε ε, δεν νομίζω ότι τους νοιάζει η καινοτομία. Δυστυχώς όμως, πατώντας πάλι στο σήμερα, η νοσταλγική διάθεση του ήχου τους μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί πλέον, κάτω από μανιέρες που έχουν υιοθετηθεί από ορδές ατάλαντων, προκειμένου να τους αποφέρουν μια κάποια αναγνωρισιμότητα. Οι 
Bohemian Grove δεν τις χρειάζονται. Είναι με άνεση μια από τις καλύτερες ελληνικές μπάντες και κάθε βλέμμα τους προς το παρελθόν μόνο ως φόρος τιμής και πηγή έμπνευσης για μετουσίωση σε μια νέα οντότητα με δική της σφραγίδα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Στο “Age of retrogression” ίσως να υπήρξαν σημεία fillers, εδώ όχι. Με βορειοευρωπαϊκές βάσεις και εγχώρια ρυθμικά μπουκώματα, συνθέτουν έναν δίσκο όχι απλά ζηλευτό, αλλά κάτι πιο σημαντικό, χορταστικό. Τα καθαρά φωνητικά, που ευτυχώς έχουν πάρει λίγο παραπάνω χρόνο, και τα περισσεύματα συναισθήματος των κομματιών, αρκούν για να γεμίσουν την μισή τοπική σκηνή. Οι συνθέσεις σαφώς πιο προσεγμένες και βατές διατηρούν την σαγηνευτική επαναληπτικότητα που χαρακτήριζε και το πρώτο τους, δίχως να κουράζουν. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που τελειώνει ένα πεντάλεπτο κομμάτι και νομίζεις ότι πριν από ένα λεπτό είχες πατήσει το play. Η απόσταση που χωρίζει το “The tree ravens” και το “Battering ram of Satan” είναι απλά ενδεικτική του ότι το να μπορείς να παίξεις μπάλα στα χωράφια των Bathory δεν πάει να πει ότι μετά δεν μπορείς να πιεις μια μπύρα με τον Apollyon ακούγοντας λίγο “Γεγμανικό τγας”. Και όσο συμβαίνουν όλα αυτά, με το “Star Wimpled Dome” καταφέρνουν το ακατόρθωτο, να αποχαρακτηρίσουν τον ελληνικό στίχο από όσο κουσούρια κουβαλάει και τον καθιστούν απαγορευτικό στην διατήρηση ανεκτού επιπέδου σοβαρότητας.

Αν αυτά δεν είναι σημάδια μεγάλης μπάντας, τότε διάολε δεν ξέρω τι να πω. Ο δίσκος αυτός δεν θα πρεπε να χαρακτηριστεί retro, είναι άδικο και προσβλητικό… στα ίσα. Ο δίσκος αυτός απλά “νιώθει” μερικά χρόνια πίσω, απαγκιστρωμένος από καρτουνίστικα attitudes και πομπώδεις δηλώσεις τρουισμού. Ως τώρα άνετα από τους πιο αγαπημένους δίσκους, μιας έτσι και αλλιώς αρκετά καλής χρονιάς. Μην το φοβηθείτε, ανοίξτε το ιντερνετ και επισκεφθείτε το myspace των 
Bohemian Grove… έκπληξη!

Ιωσήφ Χ.

www.myspace.com/insidethegrove

KINGDOM (Bel) - Selftitled Demo (2007)

Υπάρχει μια συγκεκριμένη φιλοσοφία που οφείλει να υπηρετεί ένα side project σαν σχήμα (γιατί ως side project πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους Kingdom). Καθώς αυτό κινείται παράλληλα με το κύριο σχήμα του - και με την προϋπόθεση πως προχωράει με τελικό σκοπό να συνθέσει μια ολοκληρωμένη δουλειά, ένα νέο πρωτότυπο σύνολο - οφείλει να παρουσιάζει το διαφορετικό πρόσωπό του μουσικού, μια πλευρά του που το κύριο project του δεν καλύπτει ή και σε περιπτώσεις καταπιέζει. Σε κάθε άλλη περίπτωση το όποιο ταλέντο χαραμίζεται στην επανάληψη, στην ανατροφοδότηση της ίδιας λούπας και το side project κρίνεται άχρηστο και αποτυχημένο.

Βρίσκω τους AmenRa μια μπάντα με πολύ μεγάλο ειδικό βάρος. Ακολουθούν πιστά ένα σαφέστατα σκοτεινό concept, κατέχουν μια σαφώς προσανατολισμένη θεματολογία, έναν παγερό και ισοπεδωτικο ήχο, ένα υγειέστατο καλλιτεχνικό attitude, μια ιντριγκαδόρικη αισθητική της αντίθεσης. Είναι θα έλεγε κανείς ΒΑΡΕΙΣ – κι ας υποθέσουμε πως αυτή η ασφυκτική μονολιθικότητα και το βάρος είναι και ο λόγος που οδήγησε τον τραγουδιστή Colin και τον κιθαρίστα Mathieu στην δημιουργία (μαζί με τον Tim Bryon στα drums) των Kingdom. Λίγο πριν κυκλοφορήσει το απίστευτο "ΙΙΙΙ" των AmenRa λοιπόν κυκλοφορούν με τη σειρά τους το πρώτο demo τους. Μια δουλειά που ενώ περιμένεις να σε εισάγει σε όλα τα προαναφερθέντα, σε αφήνει σοκαρισμένο με το πόσο δημιουργικά προβλέψιμοι κατάφεραν να γίνουν.

Δεν ξέρω αν η ηχητική ομοιότητα έχει να κάνει με την ένταξη του σχήματος στο γενικότερο Church of Ra concept (την οπτικο/ακουστική σφραγίδα των σχημάτων που τα τελευταία χρόνια άρχισαν να σχηματοποιούνται και να κινούνται γύρω από τους AmenRa), πάντως το demo των Kingdom, η κυκλοφορία που ως στόχο έχει να σου εγκαινιάσει το νέο σχήμα, καταφέρνει να ακούγεται στις καλύτερες στιγμές του σαν μια μέτρια αντιγραφή των πιο χλιαρών στιγμών των AmenRa – πράγμα λίγο τραγικό για μια μπάντα που ξεχώρισε κυρίως λόγω της ερμηνευτικής της έντασης. Αν και το "Hemeltraan" θα έρθει αισίως να μας διαψεύσει τρία χρόνια μετά, στο demo αυτό, το τρίο φαίνεται αποφασισμένο να αναπαράγει την ίδια δοκιμασμένη (από τους ίδιους μάλιστα) σύγχρονη sludge-doom-postcore συνταγή, με τις μόνες διαφορές να βρίσκονται στην μέθοδο έκφρασης της ίδιας θεματικής: η αγωνία των AmenRa εκφράζεται εδώ με μια εσωστρεφή αυτοκαταστροφή που θέλει να σιγοκαίει μέσα από τα ήσυχα-σχεδόν-σιωπηλά ambient μέρη και τους ελάχιστους στίχους. Ακόμα κι αυτά τα "νέα" στοιχεία όμως, φαίνονται βεβιασμένα, κάνοντας τα να μοιάζουν περισσότερο με πρόσχημα παρά με αφετηρία για δημιουργία, αποδεικνύοντας την κυκλοφορία ακόμα πιο άτολμη.

Για να σταματήσω την υπερανάλυση, το demo των Kingdom καταφέρνει να στέκεται όρθιο ηχητικά, ακουμπώντας στις πλάτες όμως των AmenRa. Είναι το ξαναζεσταμένο φαΐ που τρώγοντας το θα θυμηθείς πόσο καλύτερη γεύση είχε όταν το έτρωγες φρεσκομαγειρεμένο. Μια μέτρια (αναλογιζόμενος το ταλέντο των ανθρώπων που αναμίχθηκαν) δουλειά που το μόνο που καταφέρνει είναι να χαϊδέψει τα αυτιά των fans των AmenRa - που εύκολα όμως θα ξεπεράσουν κι οι ίδιοι 3 μόλις χρόνια μετά με το "Hemeltraan". Χαλάλι...



Δημήτριος Γ.



www.myspace.com/kingdomcomes

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

ECHIDNA (Grc) – Manifests Of Human Existence (2010)

Πρώτος δίσκος για τους Θεσσαλονικείς Echidna χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι εμφανίζονται τώρα για πρώτη φορά στο κοινό. Την μπάντα την γνώρισα πολύ μετά από το πρώτο της (και μοναδικό έως τώρα) demo “…This Suffering” (2006) το οποίο αν και κινείται σε καλό δρόμο δεν μπορεί να συγκριθεί σε καμία περίπτωση με την πρώτη επίσημη κυκλοφορία του συγκροτήματος.

Οι Echidna έρχονται στο Manifests Of Human Existence σαφώς πιο ανανεωμένοι και πιο φρέσκοι, ακολουθώντας έτσι το ρεύμα της εποχής που, καλώς ή κακώς, επιτάσσει έναν πιο prog/technical μπούσουλα στις συνθέσεις των συγκροτημάτων. Έτσι κι εδώ μιλάμε για έναν δίσκο που έχει ως βάση το death, αλλά στην ουσία ξανοίγεται σε όλο το φάσμα της μουσικής σκηνής. Δηλαδή στον πυρήνα μπορείς να βρεις τους Αtheist, και τους Necrophagist, ενώ την ίδια στιγμή μπάντες όπως Dream Theater, Opeth και Meshuggah να αποτελούν τους δορυφόρους στις επιρροές των συνθέσεων. Τώρα κατά πόσο αυτός ο πόλεμος των άστρων μπορεί να δέσει, είναι ένα καλό ερώτημα. Κατά την ταπεινή μου άποψη κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό. Έχουν καταφέρει, δηλαδή, να προσαρμόσουν επιτυχώς μέσα στις ακραίες συνθέσεις τους, ακουστικά όργανα, και industrial/ambient μελωδίες, αφήνοντας ίσως ελάχιστα επιχειρήματα για να κατακρίνει κάποιος αυτόν τον πολυδιάστατο δίσκο. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, αναφέρομαι στο “Tractatus Cerebri”, που διαιρείται σε τρία, κυρίως ορχηστρικά μέρη. Ουσιαστικά η μπάντα πειραματίζεται κάτι παραπάνω από αρκετά, χωρίς να μπορώ να πω με τα σιγουριάς αν σκόπιμα θέλει να φέρει τον ακροατή σε μια κατάσταση σύγχυσης, ειδικά στο actIII.

Από την μεριά της παραγωγής τώρα, έχει γίνει πολύ καλή δουλειά με το μπάσο και τα τύμπανα να ακούγονται αρκούντως επιβλητικά. Τα φωνητικά ακολουθούν καταπόδας, δίχως να αφήνουν περιθώρια για το οποιοδήποτε αντίλογο. Οι κιθάρες στα ρυθμικά κυριολεκτικά είναι ένας οδοστρωτήρας που δεν αφήνει τίποτα στο διάβα του. Εκεί που μας τα χαλάνε είναι στα solo περάσματα όπου ακούγονται έναν κλικ πιο πριμαριστές από ότι θα ήθελαν (αχ αυτό το actIII).

Κλείνοντας θα ήθελα να προτρέψω το ακροατή που έστω και κάτι από τα παραπάνω μπορεί να του κινήσει το ενδιαφέρον, να τολμήσει και να παραγγείλει το Manifests Of Human Existence ή τουλάχιστον να ρίξει ένα βλέφαρο στο πολύ καλό video clip, για ένα από τα καλύτερα tracks του δίσκου "In Fathomless Depths".

Νίκος Ζ.

http://echidna-band.com/manifest/
http://www.myspace.com/echidnagr

F.U.B.A.R. (Ned) / LYCANTRHOPHY (Cze) - Doomed to Consume (2010)

Οι F.U.B.A.R. και οι Lycanthrophy είναι δυο χασαπαρέοι που βγάλανε ένα split. Και εμείς θα μιλήσουμε λίγο για αυτό γιατί ακούγαμε και στο χωριό μας Asshole Parade και πίναμε τσίπουρα τραγουδώντας Anal Cunt, και μας έπιασε μια νοσταλγία.

Οι πρώτοι τραμπούκοι αρκετά γνωστοί για τις power violence αλητείες τους, δεν αλλάζουν και πολλά, γκαρίζοντας και τσιρίζοντας σε ρυθμό παλυβόλου. Οι φωνές της λαχαναγοράς πασχίζουν για έλεος αλλά καταπνίγονται από τον ορυμαγδό ηχητικής κακοποίησης που πυκνώνει όλο και περισσότερο, λεπτό προς λεπτό.
Τα τύμπανα συναγωνίζονται στην ακρίβεια αρκούδα που πλέκει, ενώ οι κιθάρες θα σήκωναν μοϊκάνα στο θεό για πλάκα. Κάπου στο πέμπτο λεπτό και όταν το πανηγύρι έχει φτάσει στο πικ του. Τέλος.

Οι Lycanthrophy από την άλλη με λίγο μεγαλύτερη έμφαση στην τσιρίδα και ένα μπάσο που ισοπεδώνει σαν συνδυασμός οδήγησης μπουλντόζας με L.S.D, με κέρδισαν λίγο περισσότερο, παρά το ότι τους τσέκαρα πρώτη φορά και το ότι μοιράζονται την κυκλοφορία με πολύ αγαπημένη μου μπάντα. Μέσα στο κεφάλι τους, σίγουρα έχουν τα ίδια σκατά με τους Ολλανδούς, γι' αυτό παίρνουν άλλο ένα συν.

Λοιπόν να το ξεκαθαρίσουμε λίγο, αυτό δεν είναι grind, είναι power violence. Δηλαδή τι μπορεί να περιμένεις από κάτι που μπορείς να μεταφράσεις ως δυνατή βία. Αρκετά σπασμένα τύμπανα και χορδές για σήμερα.
Αν ο γείτονας σας ακούει το νέο metal come back της ΔΒ, μην βάλετε τσίτα Μotorhead γιατί μπορεί να κάνει την έκπληξη και να τους ξέρει ( να ναι καλά η ΝΓ ), χτύπηστε του την πόρτα με χαμόγελο, ένα μπουκέτο στη μούρη και αυτό να βαράει από πίσω… θα σας πει και συγνώμη.

Ιωσήφ Χ.

http://www.myspace.com/fubar
http://www.myspace.com/lycanthrophy

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

HOODED MENACE (Fin) – Never Cross The Dead (2010)

Το ντεμπούτο των Hooded Menace ήταν μία τυχαία ανακάλυψη η οποία με άφησε ικανοποιημένο και ενδιαφερόμενο για την δουλειά τους. Οι Menace είναι κάτι περισσότερο σε one man project που εξελίχθηκε σε μπάντα μιας και όλες οι συνθέσεις προέρχονται από τον mainman Lasse Pyykkö, στην αγνή ανάγκη να δημιουργήσει ένα death-doom συγκρότημα. Ηχητικά, σε πρώτο επίπεδο ακούς ένα μουσικό ψηφιδωτό αναβίωσης της πρώιμης death-doom αγγλικής σκηνής. Αποφεύγοντας να πέσουν σε προσπάθεια αναστήλωσής της, ταυτόχρονα δεν επιτρέπουν να τους κρατήσει τα μπόσικα μιας και οι βασικότερες επιρροές τους (Candlemass, πρώιμοι Cathedral, Ashpyx) τα καταφέρνουν μια χαρά.

Όσο πνευματικά ανούσιες είναι οι horror ταινίες που τρέφουν τη συνθετική μηχανή του Pyykkö, τόσο θα θρέψουν πνευματικά και τους ακροατές οι δουλειές των Hooded Menace. Στο στιχουργικό κομμάτι έχουμε ένα horror concept που παρουσιάζεται σαν τον Bukowski να προσπαθεί να αναπτύξει κάποιες ιδέες του Poe. Μουσικά, υπάρχουν αρκετά lead σημεία που σε αντίθεση με το ντεμπούτο πέφτουν πάνω από τα λοιπά όργανα και μπορεί να γίνονται cheesy, καθώς δεν υπάρχει κανένα μουσικό twist ή ιντριγκαδόρικο σκαμπανέβασμα στις συνθέσεις τους.

Και εκεί κάπου τα αρνητικά τελειώνουν. Οι Hooded Menace δείχνουν τη μαεστρία τους στο μουσικό κομμάτι, με ισχυρές συνθέσεις και αναπτύξεις που παντρεύουν το death riffing με την doom ατμόσφαιρα. Βγάζοντας άνετα την αίσθηση εικόνων όπως “βραδινή ομίχλη σε νεκροταφείο” ή “το αργό και θανατερό βάδην μιας ομάδας ζόμπι” πατάνε πάνω σε ανάλογες εικόνες ατμόσφαιρας και το αντίκτυπο είναι το αργό και σερνόμενο riffing τους το οποίο τους κάνει να φαίνονται σαν ένα τεμπέλικο death συγκρότημα. Τσίτα gain-άτοι ενισχυτές, riff-based συνθέσεις, χαμηλά death grunts. Επιπλέον αυτός o death-doom εναρμονισμός δημιουργεί πολλές φορές mid-tempo περάσματα με το αποτέλεσμα να φτάνει είτε στην σάπια και βαριά, είτε στην πιο χτυπητή και groovy πλευρά του sludge.

Χωρίς πολλά-πολλά. Kαι ο δεύτερος δίσκος τους παρουσιάζεται πολύ καλά, η κατάρτιση των μελών είναι υψηλή και το δημιουργικό πάθος είναι αυθεντικό. Η καλλιτεχνική έκφραση είναι αρτιότατη και η μπάντα είναι true στη μουσική της από το στήσιμο και την συμπεριφορά, μέχρι και την εμμονή της στην ευρωπαϊκή horror κουλτούρα των 70’s (από τους στίχους μέχρι το artwork) καταφέρνοντας μαγκιόρικα, ενώ είναι μία ακόμα death-doom μπάντα, να μείνει σε κάποια απόσταση από τον κύκλο που εγκλωβίζει το ιδίωμα. Καβλερή κυκλοφορία που βοηθάει να αναπνεύσει το death-doom του 2010 και για τους ίδιους έφερε splits με τους Coffins και τους μέγιστους Asphyx.

Γιώργος Κ.

http://www.myspace.com/hoodedmenace
http://www.profoundlorerecords.com/

THEE SILVER MT. ZION MEMORIAL ORCHESTRA (Can) - Kollaps Tradixionales (2010)

Κάπου ανάμεσα στο τσιμέντο και στην ηχορύπανση του σύγχρονου αυτοκαταστροφικού δυτικού κόσμου μπορούμε να είμαστε ήσυχοι, όταν υπάρχουν μελωδίες σαν και αυτές. Οι Thee Silver mt. Zion Memorial Orchestra παραδίδουν μαθήματα αμερικάνικης φολκλορικής ιστορίας και καθημερινής τρέλας.Mε ένα πικρόχολο άρωμα Άγριας Δύσης. Μόνο που η τρέλα για αυτούς είναι μια διαφορετική ματιά στην κοινωνικότητα. Όταν όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν τον κόσμο, ταυτόχρονα δεν έχουν γνωρίσει τον διπλανό τους.

Τα απλά πράγματα έχουν την μεγαλύτερη αξία. Τα απλά πράγματα γράφονται από απλούς ανθρώπους. Πάω στοίχημα πως ο Efrim Menuck και η παρέα του δημιουργούν και συνθέτουν μουσική όπως ακριβώς διεκπεραιώνουν μια πρωινή συζήτηση που συνοδεύεται από καφέ. Για αυτό και εδώ δεν υπάρχει η αγωνία της υπέρβασης του συγκινησιακού και γεμάτου ψυχική ένταση "Horses In The Sky". Σε αντίθεση με τους Godspeed You! Black Emperor, οι οποίοι προτιμούσαν την σιγή της φωνητικής έκφρασης o εμπνευστής του σχήματος επιλέγει την ερμηνεία για να αποτελέσει άλλο ένα όργανο δίπλα στον ρυθμικό οργασμό των υπολοίπων. Τη μια στιγμή σαν έναν ενοχλητικό καλικάντζαρο συνείδησης και την άλλη στιγμή σαν μια ήρεμη θάλασσα απόγνωσης. Αυτή η διττή φύση του χαρακτήρα της μουσικής των Thee Silver mt. Zion είναι ουσιαστικά η επισκόπηση της καθημερινής κυκλοθυμίας που όλοι απορροφούμε αλλά κανένας δεν δέχεται. Πόνος και χαρά, αγάπη και μίσος. Το βιολί, που έχει αρχηγικό ρόλο και είναι αφετηρία όλων των συναισθηματικών εξορμήσεων, συμβαδίζει με αυτόν τον ρόλο και είναι ρηξικέλευθο στην διλογία του "…Metal Bird…" και κύμα αγαλλίασης στην επιβλητική εισαγωγή του τρίτου μέρους του "Kollaps Tradicional". Μια αγαλλίαση που επιταχύνεται και γιγαντώνεται με την καθαρότητα της ακουστικής κιθαριστικής διαπλοκής. Το ανακάτεμα αυτής της κλασσικής παιδείας μόνο οι A Forest Of Stars το διοχετεύουν τόσο επιτυχημένα, παρ’ όλο που ανήκουν σε διαφορετικούς μουσικούς γαλαξίες.

Το ορχηστρικό σύμπλεγμα των Thee Silver mt. Zion είναι η θαρραλέα ανάσα δροσιάς μέσα στην απέραντη έρημο της ατολμίας.

Ντίνος Μ.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

CELESTE (Fra) - Morte(s) Nee(s) (2010)


Είναι μαγκιά μια μπάντα να είναι σε θέση να προσφέρει ύφος, δισκάρες και να δημιουργεί οπαδούς για πλάκα με το "καλημέρα σας" κιόλας. Κάπως έτσι και οι Γάλλοι Celeste. Δημιουργήθηκαν μόλις το 2005, κι όμως έχουν να περηφανευτούν για 3 δίσκους που έχουν συζητηθεί αρκετά και για ένα fanbase που δείχνει να μεγαλώνει σταθερά. Και γιατί όχι άλλωστε. Όταν βγάζεις ένα ντεμπούτο - αεροκλωτσά σαν το "Nihilliste(s)" (που το προσπεράσαμε λίγο εύκολα τον καιρό που κυκλοφόρησε), έχεις καταθέσει ήδη τα διαπιστευτήρια σου πάνω στις δυνατότητες σου για κάτι δυνατό και μεγάλο.

Δύο χρόνια μετά λοιπόν - με ένα πολύ καλό "Misanthrope(s)" στο ενδιάμεσο - έρχονται να μας παρουσιάσουν το "Morte(s) Nee(s)", για ακόμη μία φορά από την Denovali Records (
SwitchbladeHeirsOmega Massif). O δίσκος λοιπόν ξεκινάει με το σαρωτικό "Ces Belles De Rêve Aux Verres Embués" να τους βρίσκει ακριβώς εκεί που τους αφήσαμε: οργιαστικές χαοτικές συνθέσεις, απελπισμένοι φρενήρεις metalcore/noisecore ρυθμοί, αυτή τη φορά όμως πιο κοντά σε μια early Shora/Switchblade λογική. Και συνεχίζει αδιάκοπα έτσι μέχρι και το τέλος του. Οι στριγκλιές από τις καταιγιστικές κιθάρες είναι και πάλι εδώ, τα ντραμς στα ίδια σταθερά μοτίβα, τα φωνητικά έχουν μια εντονότερη παρουσία από πριν, στην ουσία όμως ο δίσκος διαφοροποιείται μόνο στον πιο ραφιναρισμένο, οξύ ήχο και στην ακόμα μεγαλύτερη εμμονή σε μια επιθετική εκτελεστική στρατηγική, κάνοντας τον ήχο τους πιο χαοτικό και καταπιεστικό από ποτέ. Βέβαια αυτό αφαιρεί από τον εκφραστικότερο χαρακτήρα δίσκων όπως το "Nihilliste(s)", αλλά κερδίζει σε πάθος κι ένταση. Μια ξεροκέφαλη και μονότονη, αλλά ειλικρινή συναισθηματική ένταση (δόξα στο screamo παρελθόν τους).

Το "Morte(s) Nee(s)" μοιάζει τελικά με τον ιδανικό δίσκο για να γνωρίσει κανείς τους 
Celeste: η πεμπτουσία των προηγούμενων δίσκων τους βρίσκεται εδώ αγνή και τραχιά. Συναισθηματική βαρύτητα, ηχητική επίθεση και απόγνωση, όσο μονόπλευρους κι αν τους κάνει να ακούγεται στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου. Απόδειξη του ασυμβίβαστου χαρακτήρα όλων των ειλικρινών post - hardcore μπαντών του σήμερα (πλάι σε μπαντάρες όπως οι ΑmenRA και οιΤombs), που για πρώτη φορά καταφέρνουν να προσεγγίσουν τα μεγαλεία Breach εποχών (που μας έχουν αφήσει να παρακαλάμε για το επόμενο update του TOW). Μεγάλες στιγμές...


Δημήτριος Γ.

www.myspace.com/unhiverdeplus

Hell Born (Pol) - Darkness (2009)


“Darkness” ονομάζεται ο πέμπτος δίσκος των Hell Born. Μια κυκλοφορία που, αν και μετράει δύο χρόνια από την κοπή της, η προώθησή της ξεκίνησε στα μέσα του προηγούμενου έτους. Η μπάντα μετράει γύρω στα δεκαπέντε χρόνια ζωής και παρόλο που δεν τυγχάνει ανάλογης προσοχής με τους συμπατριώτες τους Behemoth, από τους οποίους σήμερα παίζουν στο συγκρότημα δύο πρώην μέλη, και Decapitated, ωστόσο το επίπεδο είναι κάτι παραπάνω από αξιοπρεπές. Φυσικά από το μακρινό πλέον 1996 με το ομότιτλο ep “Hell Born” η μπάντα έχει αλλάξει αρκετά πρόσωπα σε διάφορα πόστα διατηρώντας όμως, όλως περιέργως, το ίδιο black/thrash/death ύφος της.

Οι 
Hell Born, που ουσιαστικά βρήκαν τα πατήματά τους στο “The Call Of Megiddo” (2002), έχουν να επιδείξουν τον καταπληκτικό δίσκο που φέρει το όνομα “Legacy of the Nephilim” (2003), και που στην ουσία κατάφεραν να στρέψουν τα όποια βλέμματα πάνω τους. Αλλά για να επανέρθουμε στο παρόν, το “Darkness” είναι ένα album που κρατάει αυτή την old school αισθητική, χωρίς όμως το σύνολο να ακούγεται απαρχαιωμένο, είτε από συνθετικής άποψης είτε από θέμα παραγωγής. Σίγουρα κουβαλάνε τον αέρα την ανατολικής Ευρώπης, αν κρίνουμε από την βαρβαρότητα, το μένος και την ωμότητα που φέρουν, μένοντας μακριά από την ψυχρότητα της Σκανδιναβικής σκηνής. Ψεγάδι στις συνθέσεις αποτελούν κατά της ταπεινή μου γνώμη τα διάφορα samples από διαλόγους, αλυσίδες κραυγές και τα σχετικά, που από ότι φαίνεται, είναι μια κακή συνήθεια που κουβαλάνε εδώ και αρκετά albums. Η αναφορά σε highlights κομμάτια θαρρώ πως είναι περιττή, αφού από το πρώτο κιόλας κομμάτι καταλαβαίνεις ποια ρότα χαράζουν οι Πολωνοί. Αυτό δηλαδή το επικογενές death που σίγουρα κρατά τα στοιχεία του thrash/black που χαρακτήριζε πιο πολύ τους πρώτους δίσκους του συγκροτήματος.

Ποιο είναι λοιπόν το συμπέρασμα για αυτή την κυκλοφορία; Τα κομμάτια είναι αν όχι εξαιρετικά, σίγουρα άξια προσοχής, από τεχνικής άποψης δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε συζήτησης. και η παραγωγή βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, άρα το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ικανοποιητικότατο. Αν και δεν έσκασε καμιά βόμβα νετρονίου στα περίχωρα της Αθήνας, ωστόσο πιστεύω πως αξίζει μιας δεύτερης και τρίτης ακρόασης ο δίσκος.

Νίκος Ζ.


www.myspace.com/hellbornofficial
www.witchinghour.pl 

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

UFOMAMMUT (Ita) – Eve (2010)

Οι Ufomammut 5 δίσκους τώρα δεν σταματούν να εξελίσσουν τον ήχο τους. Πιέζοντας τα όρια τους συνδυάζουν την νοοτροπία των Sabbath με το βάρβαρο και μουδιασμένο doom των Electric Wizard, τη stoner διδαχή των Sleep και την Pink Floyd, Hawkwind space ψυχεδέλεια. Απενοχοιποιημένοι των ομοιοτήτων και αποστασιοποιημένα βουτηγμένοι στη μουσική που γέννησαν οι μέντορές τους, οι Ufomammut κοιτάνε πίσω μα δεν αναπολούν. Σε κάθε τους δουλειά προσαρμόζουν τις επιρροές τους στο σήμερα δίνοντας βάση στο χαρακτήρα τους, και όχι σε άσκοπες αναπροσαρμογές ήδη δουλεμένων ιδεών.

Μελετώντας και αφομοιώνοντας τα “πρέπει” του ήχου τους παγιώνουν τη μουσικότητα τους και βρίσκουν την προσωπική αλήθεια και έκφραση δίνοντας πρώτα έδαφος στην καλλιτεχνική τους ροή, χτίζοντας στοιχεία που σε αναγκάζουν να τους προσέξεις για τη μαεστρία και το ύφος τους. Έτσι 10 χρόνια τώρα παραδίδουν psych-doom κυκλοφορίες που πρωτύτερα προσανατολισμένες στη heavy πλευρά του είδους άρχισαν να εμπλουτίζονται όλο και περισσότερο από το space στοιχείο.

Μπορεί η κυρίαρχη μουσικά φόρμα του heavy riffing με τις psych προσθέσεις κυρίως από τα keyboards να ήταν η δομική τους αρχή, μα το 2010 ήταν χρονιά εξέλιξης, και η μορφή της το Eve. Έχοντας στην πλάτη τους τα μονολιθικά riffs του Snailking και έχοντας ήδη κατανοήσει την δύναμη του space-psych ήχου μέσα από το Idolum, οι Ufomammut συνδυάζουν επιτυχώς τα 2 στοιχεία και κάνουν το νέο βήμα στην δημιουργικότητα τους. Λειτουργώντας απλωτά πλέον, όλα παίρνουν το χρόνο τους. Το Eve δεν γίνεται να συγκριθεί με προηγούμενες κυκλοφορίες κυρίως λόγω της συνθετικής και όχι μουσικής νοοτροπίας του.

Το Eve είναι ένα κομμάτι (ΕΝΑ κομμάτι, αν ακούσετε το δίσκο αλλιώς μειώνετε την σημασία του) που εξελίσσεται σε 5 πράξεις και σε εκτινάζει απότομα στο διάστημα αφήνοντας σε εκεί μετέωρο. Από εδώ και πέρα η γραμμικότητα είναι η βασική σου μέριμνα, και καθώς στο διάστημα η ουσιαστική δύναμη κίνησης είναι η βαρύτητα, οι Ufomammut θα προσφέρουν την απαραίτητη σπρωξιά για να την αποκτήσεις για να ξεκινήσει η διαδρομή και ταυτόχρονα η εξιστόρηση της θεματικής του δίσκου, της ιστορίας της πρώτης γυναίκας που δημιουργήθηκε. Τα φωνητικά ταλαντώνονται από ήρεμες “ψαλμωδίες” σε δυναμικές εκρήξεις. Οι κιθάρες και το μπάσο ξέρουν πότε να δημιουργούν τα ψυχεδελικά χαλιά για να αναπτυχθεί η κίνηση και πότε να οργώσουν με ογκώδη riffs συνδυάζοντας τις δυναμικές τους με τα drums ως οδηγούς που κρατούν συγκεντρωμένη την πορεία είτε με την καταιγιστική τους παρουσία είτε με τις σιωπές τους, καθώς τα πλήκτρα θα απογειώνουν τa space-psych-noise-ambient σημεία του δίσκου. Η παραγωγή χωρίς υπερβολές αγγίζει κάποια επιστημονικά επίπεδα.

Όλα αυτά ακούγονται γνώριμα; Αδιαφορίστε, κάντε ένα εικονικό rerun στο μυαλό σας και αντιδράστε σαν να τα διαβάζετε πρώτη φορά. Γιατί οι Ufomammut αυτό έκαναν. Ωρίμασαν αρκετά και έδειξαν τέτοια αρχίδια ώστε να μετατρέψουν αυτή την "παλιά" και γνώριμη διαδικασία σε κάτι νέο, βυθισμένο στην ενέργεια και το μπουλντοζικό συναίσθημα. Με έκαναν να αντιδρώ σαν ένα νέο ακροατή που καταιγίζεται από θαυμασμό σε έναν ήχο και μία μουσική που έχω επαρκώς αφομοιώσει. Από την πρώτη κι όλας ακρόαση οι γροθιές στον αέρα, τα μάτια στο ταβάνι και το μυαλό να φωνάζει βουβά (ήταν μεσημέρι Κυριακής όταν άκουγα το δίσκο... τακτ) "ακούω άραγε το δίσκο της χρονιάς; Και αν όχι ακούω το νέο ογκόλιθο που θα σημαδέψει το χώρο και τον ήχο στο μυαλό μου ανεπανόρθωτα;"

Επιτέλους (όχι γιατί το αναμέναμε, επιτέλους για τη σκηνή) οι Ufomammut ανακάλυψαν μία νέα δυναμική και καταφέρνουν όχι μονάχα να παγιώσουν ξανά το όνομα τους στο σύγχρονο χώρο του βαρύ ψυχεδελικού ήχου αλλά και να ηγηθούν αυτού. Άλλοτε νωχελικό, άλλοτε ήρεμο και άλλοτε καταστροφικό, η τριάδα από την Ιταλία με το Eve πετά πιο κοντά στον ήλιο παρά ποτέ.

Τελειώνοντας, το Eve κονταροχτυπιέται ΜΟΝΑΧΑ με το νέο Suma. Καταβροχθίστε και τους 2 δίσκους.

Γιώργος Κ.

http://www.ufomammut.com/
http://www.myspace.com/ufomammut
http://www.supernaturalcat.com/

UTOPIUM (Por) – Conceptive Prescience (2010) [ep]

Εκ Πορτογαλίας ορμώμενοι οι Utopium είναι μια νέα μπάντα που επιδίδεται σε grindcore παροξυσμούς, μια συνήθεια που δεν είναι και πολύ διαδεδομένη στη χώρα τους. Αυτό από μόνο του μου εξίταρε την περιέργεια και για καλή μου τύχη έμεινα φουλ ικανοποιημένος.

Το Conceptive Prescience, που σημειωτέον είναι αυτοχρηματοδοτούμενη δουλειά, πρόκειται για ένα EP που τα σπάει, όπως τα σπάει κάθε δισκάρα τίμιου και ευθυτενούς grind. Η μπάντα είναι λάτρης της σκανδιναβικής σχολής (Rotten Sound, Nasum) με μπόλικο d-beat και χύμα riffs, παίζει με τσίτα τα γκάζια και σχιζοφρενικά ως επί των πλείστων, όμως το πραγματικό ταλέντο της ξεδιπλώνεται όταν αποφασίζει να μπολιάσει τα υπερ-blasts της με αργά, “σάπια” και “άρρωστα” μέρη, βγάζοντας ένα άλλο πρόσωπο προς τα έξω πιο ψυχανώμαλο και διεστραμμένο, απόλυτα όμως ψυχαγωγικό! Ακούστε κομμάτια σαν τα “For The Sake”, “Slumber Edge” και λατρέψτε τους. Επίσης λατρέψτε τα αμιγώς “ξεσκισμένα” φωνητικά, το μουχλιασμένο ήχο στις κιθάρες και τον “σκαστό” ήχο του ταμπούρου που σου τρυπάει το μυαλό!

Αντί επιλόγου, στο EP θα βρείτε και μια σωστότατη διασκευή της μπάντας στο “My Philosophy” των Nasum, η οποία είχε συμπεριληφθεί στο αντίστοιχο tribute άλμπουμ ένα χρόνο πριν...έτσι για το κερασάκι στην τούρτα.


Γεράσιμος Β.

www.myspace.com/utopiumgrind

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

BLACK BREATH (USA) – Heavy Breathing (2010)

Το όνομα και μόνο αυτής της μπάντας από το Seattle σε προϊδεάζει για το τι περίπου θα ακούσεις. Ο τίτλος του ντεμπούτου τους "Heavy Breathing", σε βάζει ακόμα περισσότερο στο κλίμα. Ντεμπούτο βέβαια που ακολούθησε το περσινό πολύ πετυχημένο MLP, "Razor To Oblivion" και τους εξασφάλισε τη θέση στη φθινοπωρινή περιοδεία των Converge.

Το πρώτο πράμα που μου ήρθε στο μυαλό, ακούγοντας το "Heavy Breathing", ήταν αυτό που προσωπικά ονομάζω "Motorhead effect". Να μη με νοιάζει δηλαδή πιο κομμάτι ακούω αλλά να πορώνομαι έτσι και αλλιώς. Η όλη ατμόσφαιρα θυμίζει εξάλλου έντονα Disfear. Το συναίσθημα αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό αυτού του δίσκου. Τα περισσότερα κομμάτια έχουν δομή και προσωπικότητα από μόνα τους και οι επιρροές τους είναι πιο βαθιές από ότι φαίνεται στην αρχή. Οι ίδιοι αυτοχαρακτηρίζονται και punk, ενώ κομμάτια όπως το ομώνυμο ηχούν καθαρά sludge και άλλα έχουν χαρακτηριστικές black metal κιθαριστικές μελωδίες. Η σουηδική σκηνή βεβαίως (Dismember, Entombed) κάνει παντού αισθητή την παρουσία της με το "in your face" metal που παίζουν οι Black Breath. Γενικά, μπερδεύομαι όταν θέλω να κολλήσω μια ταμπέλα στο τι ακούω, αλλά την απάντηση την βρήκα στο MySpace τους και πραγματικά τους πάει γάντι : death 'n roll. Κοπάνημα πάνω σε βασικές γραμμές και δομές, αλλά όχι πάντα και όχι με κουραστικό τρόπο. Ναι, όντως το "Heavy Breathing" δεν είναι από τους δίσκους που μπορούν να παίξουν πάνω από 2 απανωτές φορές στο cd player. Είναι όμως από αυτούς που πάντα τους έχεις πρόχειρους όταν χρειάζεσαι μια δόση αδρεναλίνης. Από την άλλη μην διανοηθείτε ότι, ακούγοντας τα πρώτα 1 - 2 κομμάτια, να καταλάβατε και τι παίζει στο σύνολο. Οι Αμερικάνοι κρύβουν αρκετές εκπλήξεις και απέχουν αρκετά από το να αποκληθούν μονοδιάστατοι (το οποίο και πάλι δεν μας χαλάει, αρκεί να ξέρεις να το κάνεις).

Χωρίς να συγχέουμε το πορωτικό με το ελαφρόμυαλο (συμβαίνει και αυτό άλλα όχι πάντα), το "Heavy Breathing" πάει χαλαρά δίπλα στα cd's των Motorhead, Disfear, παλιότερους High On Fire κ.τ.λ. Αν βέβαια όλα αυτά δεν σας λένε και πολλά ή έχετε μία ροπή προς το progressive, τότε απλά δεν είναι για εσάς.


Ηλίας Κ.

www.myspace.com/blackbreath
www.blackbreath.com/
www.southernlord.com/

BISON B.C. (Can) - Dark Ages (2010)

Οι καναδικής καταγωγής Bison B.C., με την τρίτη τους κυκλοφορία "Dark Ages", συνεχίζουν ακριβώς από το σημείο που σταμάτησαν με τον προηγούμενο δίσκο τους, ο οποίος τους έκανε ευρέως γνωστούς στο metal κοινό (έπαιξε ρόλο βεβαίως και το ότι υπέγραψαν με τη Metal Blade). Τότε, όπως και τώρα, παραλληλίστηκαν με τους Mastodon και εκθειάστηκαν για τα ογκώδη και πολυάριθμα riffs τους. Παρόλα αυτά πολλά έχουν αλλάξει από τότε.

Το "Dark Ages", όπως και ο προκάτοχός του "Quiet Earth", χαρακτηρίζεται και πάλι από κομμάτια που σε καμία περίπτωση δεν πέφτουν κάτω από 5 λεπτά, ενώ μερικά από τα καλύτερα τους φτάνουν και ξεπερνούν τα 8. Η διαφορά όμως είναι ότι αυτή τη φορά δεν νιώθεις σε κανένα σημείο να μακρηγορούν και να επαναλαμβάνονται, καθώς και ότι κανένα κομμάτι δεν υπάρχει απλώς για να γεμίσει το δίσκο. Αυτό σίγουρα συμβαίνει γιατί πλέον οι επιρροές τους φαίνεται να εκτείνονται από το thrash (ακούστε το "Τake Τhe Νext Εxit") μέχρι το post metal (ολοφάνερο στον εναρκτήριο ύμνο "Stressed Elephant"), δίνοντας τους έναν πολυπρόσωπο χαρακτήρα ακόμα και μέσα στο ίδιο κομμάτι. Φυσικά, τα sludge/stoner και doom είναι πανταχού παρόντα, αλλά χωρίς πουθενά να μπορείς να αποδώσεις στους Bison B.C. ένα σαφή προσανατολισμό. Αυτό που μπορείς όμως να πεις είναι ότι ο ήχος τους είναι βαθιά επηρεασμένος από τους High On Fire. Τα φωνητικά επίσης παρουσιάζουν εμφανή βελτίωση, που ποτέ δεν ήταν άσχημα αλλά τώρα είναι εξαιρετικά. Γενικότερα, οι Καναδοί φαίνονται να έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, τόσο στη σύνθεση όσο και στην εκτέλεση των ιδεών τους και ακούγοντας το "Dark Ages", σου αρέσει δε σου αρέσει, πρέπει να παραδεχτείς ότι η μουσική τους κατάρτιση είναι άψογη.

Για αυτούς που λάτρεψαν τους Mαstodon σε ό,τι είχαν κάνει πριν το "Crack Τhe Skye", δεν χρειάζονται παραπάνω συστάσεις. Νομίζω όμως ότι όλοι πρέπει να ρίξουν μια ματιά σε αυτό το άλμπουμ γιατί είναι χρυσός μέσα στο σκουπιδότοπο.


Ηλίας Κ.

www.myspace.com/bisoneastvan
www.metalblade.com/english/artists/bison/bio.php