Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

THE RIVAL MOB (USA) - Mob Justice (2013)

Ο Brendan Radigan, τραγουδιστής των Rival Mob, όταν η μπάντα εμφανίστηκε στο This Is Hardcore Fest τον περασμένο Αύγουστο, είχε ορμηνέψει τα εξής: "People say winter is coming. Motherfucker, Mob Justice is what's coming!". Χτίζοντας ακόμα περισσότερο την αγωνία των πεινασμένων χαρκορέων, συμπλήρωσε αργότερα ότι το "Mob Justice" είναι ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει ποτέ η τεράστια και 25χρονη πλέον Revelation Records και ότι θα πουλήσει πιο πολλά κομμάτια ακόμα κι από το "Start Today" των Gorilla Biscuits, την κυκλοφορία της Revelation με τις περισσότερες πωλήσεις (πάνω από 100.000 κόπιες του CD μόνο!). Αν σας φαίνονται υπερόπτικα και αλλοπαρμένα ολ' αυτά, μάλλον δεν ξέρετε τι εστί Rival Mob, οπότε συνεχίστε να διαβάζετε.

Στο δεύτερο μισό των '00s και με έδρα τη Βοστώνη, παλαίμαχοι αιμοβόροι χαρντκοράδες, με κάποιους απ' αυτούς να έχουν τελέσει θητείες σε μπάντες όπως οι μνημειώδεις κάφροι Mind Eraser, οι Righteous Jams και οι Mental, συνομωτούν για να φτιάξουν ένα χάρντκορ γκρουπ. Στο μικρόφωνο είναι ο Brendan Radigan, ο ίδιος τύπος που, πέρα απ' τη διπλή του ιδιότητα ως τραγουδιστής και ντράμερ των Mind Eraser, έφτυνε φλέματα στους fastcore-άδες XFilesX και κατάρες στους μοχθηρούς Soul Swallower. Με αυτές τις ιδιαίτερες συστάσεις οι Rival Mob πρωτοεμφανίζονται το 2007 στο ντέμο "Bitter Rivals". Το πρώτο κομμάτι ξεκινάει με μια επιβλητική ορχηστρική εισαγωγή και αμέσως έρχεται στο μυαλό η εικόνα μιας αυλαίας που ανοίγει και σημαίνει την αρχή του έπους των Rival Mob, ενός έργου πνιγμένου στο νεύρο και την αηδία, το οποίο τραβάει μέχρι σήμερα και χωρίζεται σε πράξεις/κυκλοφορίες. Οι Rival Mob κερδίζουν κιόλας τις εντυπώσεις αφού πατάνε με το ένα πόδι στο παρελθον και τις εποχές του youth crew πίσω στα late eighties, και με το άλλο στο σήμερα, στους καιρούς δηλαδή που το hardcore οφείλει να είναι ακραίο. Και αποδεικνύουν ότι το hardcore δεν αντλεί την ακρότητά του από την ταχύτητα και την ωμότητα του ήχου, αλλά απ' τον πηγαίο θυμό και την αντιδραστική στάση των ανθρώπων που αφιερώνονται σ' αυτό, ιδιότητες που το συγκεκριμένο γκρουπ έχει σε περίσσευμα. Ο Brendan Radigan ξεσκίζεται και στρέφει τους στίχους του εναντίον όλων, η ευθύτητα των συνθέσεων προκαλεί αμηχανία, ένα θαύμα γεννιέται.

Το 2009 οι Rival Mob ντεμπουτάρουν με το "Raw Life", όπου ακούμε τέλειο χουλιγκάνικο hardcore στην πιο αγνή μορφή του, χωρίς φλυαρία, λιπαρά και άσκοπα γεμίσματα, hardcore γυμνό, άσχημο και με πεταχτές φλέβες που μοιράζονται το ίδιο αίμα με τους Judge και τους Youth Of Today, με τη διαφορά ότι εδώ δεν έχουμε άλλον έναν οργισμένο frontman, μα έναν Radigan που ορύεται και να βγάζει χολή με ακόμη περισσότερη ένταση, κάτι που τον κάνει ακόμα πιο πειστικό και κάποιους απ' τους στίχους του να είναι έτοιμοι να γίνουν συνθήματα μιας ολόκληρης υποκουλτούρας. Ο δίσκος έχει την απόλυτα οργανική και live ατμόσφαιρα που πάντα χαρακτήριζε και θα χαρακτηρίζει τους Rival Mob, πραγματικά τους ακούει κανείς να ζούνε το hardcore στο έπακρο, είναι το σπίτι τους, το φετίχ τους, ο Radigan υπογραμμίζει την έλευση του breakdown στο κομμάτι "RCBS" ουρλιάζοντας "break... breakdown!" και σε ρουφάει μέσα στο δίσκο κάτι τέτοιο, βλέπεις τους Rival Mob μπροστά σου και ακούς μπουνιές να σφυρίζουν δίπλα στο αυτί σου, χάνεις τα λογικά σου ρε πούστη μου! Πόσα αποθέματα οργής μπορεί να έχει μια μπάντα για να συνεχίσει το ίδιο βιολί μετά από ένα "Raw Life"; Δε φαντάζεστε πόσα.

Λοιπόν, το 2010 βγαίνει το εφτάρι "Hardcore For Hardcore" που για μένα είναι ό,τι καλύτερο έχει βγάλει το hardcore παγκοσμίως τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια. Έξι κομμάτια, έξι γαμημένοι αθάνατοι ύμνοι που θα πρέπει να ακούγονται εις τους αιώνας των αιώνων από όλους όσους νιώθουν ότι το hardcore τούς αφορά. Η παραγωγή είναι καθαρότερη σε σχέση με το παρελθόν κάτι που κάνει τρομερή διαφορά, γιατί δίνει στις συνθέσεις τόση σαφήνεια που σε βαράνε στο κεφάλι. Ακούγεται αντιφατικό, μα η λιγότερο χύμα υφή του ήχου σε αυτή την κυκλοφορία να κάνει τους Rival Mob ακόμα σκληρότερους, αφού το ότι ακούγονται όλα πεντακάθαρα σημαίνει ότι σου σκάνε με ακόμα περισσότερη ορμή στη μάπα. Το καλύτερο δε, είναι ότι τα φωνητικά έχουν έρθει πιο μπροστά και ο Radigan είναι επισήμως πλέον Η ΦΩΝΗ του hardcore. Εκεί που σκούζει "the world fucking owes you, nobody loves you, you got the HIV, I don't care!" στο "Tough Love", στο "Minefield" που ξεκινάει ξερνώντας το "what the fuck are you trying to prove?", στο "Mind Over Matter" που τραβάει την τελευταία λέξη του ρεφραίν, πετάει και το "yeah!" και μετά έρχεται και κουμπώνει το breakdown και σε αδειάζει. Και το breakdown στο "Face To Face With Your Executioner", βασικά, αίμα, κουβάδες αίμα λέμε. Μπορώ να συνεχίσω να παραληρώ γι' αυτή την κυκλοφορία αλλά δεν έχει νόημα, τσακιστείτε και ακούστε το "Hardcore For Hardcore", είναι καλύτερο από σεξ, πρέζα ή σουβλάκια, σοβαρά. Να σημειωθεί ότι και η πρώτη και η δεύτερη έκδοση του 2012, με βινύλια διαφόρων χρωμάτων, είναι υπερεξαντλημένες, όπως και όλες οι κυκλοφορίες Rival Mob άλλωστε, και έχουν απίστευτη ζήτηση, με κομμάτια να πουλιούνται σε αστρονομικές τιμές. Θάνατος και χτικιό στα σιχαμερά παράσιτα που εκμεταλλεύονται τις συγκυρίες για να τ' αρπάξουν. Μποϋκοτάζ γαμώ το σπίτι τους!

Μέσα στο 2012 οι Rival Mob βγάζουν την promo κασέτα "Mob Justice" με πέντε κομμάτια από το full length, μία διασκευή στο "We're The Boys" των Blitz και τελευταίο το κομμάτι "Philcore For Philcore". Στα τραγούδια που υπάρχουν και στο δίσκο θα επεκταθούμε παρακάτω, ας πούμε μόνο ότι η παραγωγή στη συγκεκριμένη κασέτα είναι λίγο σάπια και κατά τη γνώμη μου δεν απελευθερώνεται στην ολότητά της η δύναμη των συνθέσεων. Η διασκευή δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο, τρομερή πλάκα όμως έχει το "Philcore For Philcore", όπου ουσιαστικά είναι η μουσική του κομματιού "Hardcore For Hardcore" με το Phil Anselmo (ή ένα sample του μαστουρωμένου Phil Anselmo) στα φωνητικά! Δεν έχω καταλάβει τι φάση παίζει ακριβώς μ' αυτό το τραγούδι, η μόνη πληροφορία που βρήκα είναι ότι ένα απ' τα πρώτα τατουάζ του Anselmo έγραφε "philcore"...

Για να φτάσουμε επιτέλους στο παρόν, τα πράματα έγιναν όπως τα 'χε πει ο Radigan. Ο χειμώνας ήρθε, το "Mob Justice" επίσης ήρθε, με τη διαφορά ότι σε αντίθεση με το χειμώνα που παίρνει πούλο, το δεύτερο full length των Rival Mob ήρθε για να μείνει. Η μπάντα συνεχίζει από 'κει που μάς άφησε στο "Hardcore For Hardcore", από την κορυφή του hardcore στερεώματος δηλαδή, από την οποία οι Rival Mob δεν πέφτουν με τίποτα. Απλά την εισαγωγή φτάνει να ακούσει κανείς, αυτή η γαμημένη εισαγωγή του δίσκου έχει περισσότερη ουσία από ολόκληρες δισκογραφίες Terror και άλλων "σωτήρων" του hardcore. Από κει και πέρα, τι σκατά να πρωτοπεί κανείς γι' αυτό το πουταναριό που γίνεται στο "Mob Justice"; Πραγματικά, είναι στο τέρμα αυτά τα κομμάτια, σού τρυπάνε τον εγκέφαλο, τα breakdowns είναι δημόσιος κίνδυνος, το "Boot Party" νικάει σε χορευτικότητα και τσαχπινιά το "Step Down" των Sick Of It All, το "Fake Big" είναι ο μεγαλύτερος mosh ύμνος που θα ακούσετε φέτος και σχεδόν με τρομάζει. Η ΦΩΝΗ γαμωσταυρίζει ακατάπαυστα και στο κάνει λιανά, ότι ή είσαι με τους Rival Mob ή σε παίρνει ο διάολος. Το μίσος και η σιχαμάρα με την οποία επαναλαμβάνει το "fuck off" στο "Fake Big" γαμώτη. Ποιό "fuck off", η κάθε λέξη στο "Fake Big" σε πνίγει, σε φέρνει σε δυσκολή θέση, πώς το λένε; Τέρμα, ο τύπος είναι είδωλο.

Σα σύνολο, δε νομίζω ότι το "Mob Justice" είναι καλύτερο απ' το "Hardcore For Hardcore", άλλα ίσως επειδή του λείπει το shock value από το μεγάλο μπαμ που είχε κάνει το εφτάρι, τουλάχιστον όσον αφορά εμένα. Το ανέφερα όμως και πριν, οι Rival Mob διατηρούν στο έπακρο αυτό που είχαν τότε, αυτό που είχαν πάντα: άπειρο νεύρο και αίσθηση του παλμού που πρέπει να έχει το hardcore. Και το "Mob Justice" είναι με απόλυτη βεβαιότητα ο δίσκος της χρονιάς στο είδος και βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για τον προσωπικό μου δίσκο χρονιάς. Λίγη σημασία έχουν όμως αυτά τα μουσικοκριτικάδικα, που μάλλον αστεία ακούγονται σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Το πραγματικά βαρύγδουπο έρχεται τώρα για το κλείσιμο: οι Rival Mob έρχονται Ευρώπη για περιοδεία φέτος. Κάντε ό,τι περνάει απ' το χέρι σας για να τους πετύχετε κάπου, γιατί κάτι μου λέει ότι για όλους εμάς, που δε ζούσαμε στην Αμερική των eighties για να βιώσουμε το πρώτο κύμα του hardcore punk, αυτή η μπάντα είναι ό,τι κοντινότερο υπάρχει στο πνεύμα του τότε. Το αληθινό revival.

δεν υπάρχουν links (εκτός από ένα myspace που είναι ανενεργό απ' το 2011...) ΕΤΣΙ ΜΩΡΗ RIVAL MOB!!!

Βαγγέλης Ε.


ENDLESS BOOGIE (USA) - Long Island (2013)

Το εξώφυλλο έβγαλε κάτι από την παιδικότητά μου στην επιφάνεια. Δεν μπόρεσα να ανασύρω την πληροφορία, όμως η εικόνα σε συνδυασμό με την επιθυμία που γέννησε με ανάγκασε να ακούσω τους Boogie. Λοιπόν, η λέξη παιδικότητα ήταν το μόνο που σκεφτόμουν όσο το Boogie έπαιζε και με πηγαινόφερνε σαν ασανσέρ στο σήμερα και στα νοσταλγικά μονοπάτια μιας όλο χαράς και αναμελιάς τρυφερής εφηβικής ζωής (πριν πέσω στο thrash σαν τυπικό κουνάβι των καιρών μου).

Οι Endless Boogie ρε φίλε ροκάρουν, και το γεγονός ότι ροκάρουν με συναρπάζει επειδή γενικά όταν κάποιος ροκάρει δε συναρπάζομαι και τόσο. Και καλά μεγάλωσα κι έτσι, όμως η περίπτωση των Endless Boogie ξεφεύγει από τα πλαίσια της αδιαφορίας μου επειδή κατά κύριο λόγο μού την επιτρέπει. Χέστηκα να μάθω ποιοί παίζουν, τι άλλο έχουν κάνει και να κάτσω να παρακολουθήσω τους άλλους δύο δίσκους που κυκλοφόρησαν πριν του "Long Island" φάση. Και αυτό δηλαδή από σπόντα το έμαθα, εδώ παίζει σοβαρά να μην ακούσω τον επόμενο. Το "Long Isand" όμως είναι το διάλειμμά μου από το "κάθε μέρα", ένα διάλειμμα που για όσο αντέξει θα αξίζει κάθε ακρόαση. Είναι σαν ένα ζεστό μπάνιο που με περνάει από τις τότε νύχτες με τους Hawkwind στις μετέπειτα των Captain Beefheart και για κάποιους λόγους των Amon Düül II. Είναι σαν να κάνεις χρόνια διατροφή και ξαφνικά να έχεις για πρωινό βούτυρο με μαρμελάδα.

Η αλληλεπίδραση που έχει το "Long Island" με το χαρακτήρα μου δημιουργεί αντιφάσεις και γι αυτό με γοητεύει. Η φύση του αυτοπεριορίζεται πλήρως, όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο γιατί είναι ξεκάθαρο πόσο δοσμένο είναι στο χαρακτήρα που υπηρετεί. Παίζουν σαν παλιούρες του χώρου, όμως φαίνεται χωρίς να σκάψεις πολύ την επιφάνεια πως οι τύποι ζουν στο σήμερα. Υποσημείωση, το "σαν" στο "παίζουν σαν παλιούρες" χρησιμοποιείται κατ' ευφημισμό διότι οι Endless Boogie θα μπορούσαν να είναι 60άρηδες που έζησαν την εποχή που ανασύρουν. Φάση βάλ' τε το σε κανά θείο και αν δεν ψαρώσει τα λέμε. Φουλ ζεστή δουλειά, φουλ προσοχή στον ήχο και σχεδόν 80 λεπτά χαλαρωτικού rock 'n' roll με τα fuzz του, τα blues solo και την αλητεία του. Αυτά.

http://www.noquarter.net/

Γιώργος Κ.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

CLOUD RAT (USA) - Moksha (2013)


Εντωμεταξύ, "Moksha" στον Ινδουισμό είναι η απελευθέρωση της ψυχής από την ταλαιπωρία της επανάληψης θανάτου και μετενσάρκωσης επ' άπειρον. Αλλά για ποιά απελευθέρωση και λοιπά ροζ μιλάμε, όταν αυτό το πράμα το μόνο που κάνει είναι να σε κρατάει δέσμιο των δικών σου βίαιων ορμών; Κάποιοι μπαχαλάκηδες, τίποτα βουνίσιοι τύποι ή διάφοροι κατά συρροή δολοφόνοι ίσως να καταφέρνουν να εξωτερικεύουν αυτές τις εσωτερικές πιέσεις, με μας τους υπόλοιπους όμως τι γίνεται; Στις οργανωμένες κοινωνίες που ζούμε, το να δείρεις έναν αστυνομικό με το γκλομπ που του 'χεις αποσπάσει, το να σπας τζάμια αυτοκινήτων με κλωτσιές, το να δολοφονείς φασίστες και όλους τους άδικους ανθρώπους, είναι πράξεις που επιφέρουν σοβαρές νομικές κυρώσεις, και ειλικρινά τώρα, ποιός από μας δε χαλιέται από την ιδέα της φυλάκισης επειδή έπραξε σύμφωνα με τα πιστεύω του;

Οπότε, ρε Cloud Rat, τι πρέπει να κάνουμε; Να αρχίσουμε να αυτοτραυματιζόμαστε; Πονάει και κάνει κακό στην επιδερμίδα. Να πέσουμε στο αλκοόλ ή τα ναρκωτικά; Σε πρώτη φάση είναι μια εύκολη και γρήγορη λύση, αλλά μακροπρόθεσμα ρισκάρουμε να χάσουμε πιο πολλά απ' όσα κερδίζουμε. Να μην ακούμε το "Moksha"; Ούτε αυτό γίνεται. Παραείναι εθιστική η επαφή με αυτές τις ενδοψυχικές εκρήξεις, αφού μιλάμε για φαινόμενα τα οποία, παρά την άυλη φύση τους, σε κάνουν να νιώθεις τη σάρκα από την οποία είσαι φτιαγμένος. Ανεβάζεις σφυγμούς, σφίγγεις γροθιές, τρίζεις δόντια, διαστέλλονται οι κόρες των ματιών σου. Δίνεις επιτέλους την πρέπουσα σημασία στο ότι είσαι ένα ζώο με το ανεξήγητο προνόμιο του να ξεχωρίζεις την αδικία και να συμπάσχεις με τον πόνο των άλλων, κάτι που σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατάρα, γιατί δε μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό, πέρα απ' το να δίνεις κάνα ψιλό σε ζητιάνους και να σταματήσεις να βρίζεις από μέσα σου τον Πακιστανό που σου καθαρίζει το τζάμι. 

Στο "Moksha" οι Cloud Rat παρουσιάζουν το grindcore που δεν αυτοπεριορίζεται. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εκφράσεις στις οποίες το συναντάμε εδώ, άλλοτε σα Bolt Thrower-ικό πυροβολισμό, άλλοτε σαν οδυρμό Khanate-ίσιο, παραμένει grindcore. 100% grindcore. Το νέο τους logo και το εξώφυλλο του δίσκου θυμίζουν Voivod. Τύχαιο; Μάλλον. Αυτό που σίγουρα δεν είναι τυχαίο είναι η διάδραση μεταξύ Cloud Rat και ακροατή, η οποία παραείναι βασανιστική για να θεωρηθεί παρόμοια με αυτή μεταξύ μέντορα και μαθητευόμενου. Σε προκαλεί να συνειδητοποιήσεις τι μπορείς να αισθανθείς και σε αναγκάζει να νιώσεις ντροπή που το απωθείς κάθε φορά που κλείνεις τη μουσική. 

Αυτό το κείμενο είναι απ' αυτά που σβήνω άνετα ολόκληρα αφού τα τελειώσω, γιατί, εκτός του ότι αμφιβάλλω αν βγάζει νόημα, είναι σκέτο μελόδραμα και επίσης δεν είναι και κανένα αριστούργημα της νεοελληνικής γραμματείας. Όμως αυτό μου βγήκε ακούγοντας το "Moksha", οπότε πιστεύω ότι είναι απολύτως σχετικό και πειστικό για τη δύναμη του δίσκου. 

http://cloudrat.blogspot.de/

Βαγγέλης Ε.

FIRE! ORCHESTRA (Nor) – Exit! (2013)


Αν είσαι έξι και ώρες μπροστά στον υπολογιστή γράφοντας, ακούγοντας χωρίς καμία συναισθηματική συνέχεια μουσική, το κεφάλι σου έχει γίνει πουρές και τα μάτια σου πονάνε θες να ακούσεις το καινούργιο Fire!. Αν πάλι είσαι ένα μπλόκι ζαμπόν που αράζει στον καναπέ του με συντροφιά τσιγάρο και νωθρότητα, πάλι το νέο Fire! θες να ακούσεις.

Θυμάμαι το τελευταίο Fire! με τον Jim O'Rourke που είχα ακούσει και γούσταρα τίγκα τη ζωή μου, και voila, το νεότερο -από ό,τι έχω καταλάβει super project του σαξοφωνίστα Mats Gustaffson με κάποιο σταθερό πυρήνα- ξεφεύγει ακόμα περισσότερο. Αυτό το εναλλασσόμενο super group καταφέρνει ΚΑΘΕ φορά να βολτάρει πάνω στη γραμμή που χωρίζει τον πανικό από την cool jazz ψυχραιμία με τέτοια ελαφρότητα που είναι να τη θαυμάζεις. Στη νέα φωτιά που μας άναψε η Rune Grammofon έχει επιστρατευθεί ορχήστρα 28 ατόμων, ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ, και μόνο αν ακούσετε θα καταλάβετε για τι είδους δέσιμο και αρτιότητα μιλάμε. Αν παρακολουθήσω την εκτελεστική δεινότητα, τα μέτρα και τους ρυθμούς που αλλάζουν όποτε να 'ναι, τη δύναμη της σύνθεσης και την ενότητα που γεννήθηκε σε ένα στούντιο, γήπεδο, θέατρο, όπου σκατά ηχογραφήθηκε αυτό το ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ παίζει να πάθω εγκεφαλικό. Αν το αφήσω να με παρασύρει θα μείνω παγιδευμένος για ώρες στη μαγεία του και θα κάνω να ακούσω μουσική ξανά καναδυό ώρες, εκτός να πατήσω το replay.

Ο δίσκος δεν ενώνει την cool jazz και τη free jazz και το noise. Ο δίσκος καταφέρνει να αποδείξει ότι δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή. Οι εναλλαγές δεν "είναι τόσο φυσικές που μπλαμπλαμπλα" και λοιπές δημοσιογραφικές μαλακίες. Οι εναλλαγές απλά είναι. Από χαλαρές στιγμές σε ορυμαγδούς, από αισθήματα ευγενικά και καταπραϋντικά σε ρυθμικούς πανικούς. Ο Mats Gustaffson είναι μία φιλοπόλεμη ύαινα, καραδοκεί, χτυπάει και χάνεται, σε πλήρη ενάργεια ξέρει ακριβώς τι να κάνει και πώς να το κάνει. Ρε, ο τύπος δίνει την εντύπωση πως το τυχαίο και το ελεύθερο είναι η μετρήσιμη φύση του. Φυσικά όλα τα μέλη σε αυτό το δίσκο είναι σίγουρα πρώτης διαλογής οπότε το να αρχίσω ξεχωριστά να λέω για τον drummer, τις τραγουδίστριες, τα drums και λοιπά δεν έχει αξία. Τσάμπα χρόνος και προτιμώ να τον σπαταλήσω μακριά από το pc με τον δίσκο σε σωστή ένταση.

Ζήτω ξανά στη Rune Grammofon.

www.runegrammofon.com
http://matsgus.com/archives/1791

Γιώργος Κ.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

V/A (Gre) - Greek Death Grind Scene vol.2 (2012)


Δεν ξέρω αν με ευχαριστεί το γεγονός ότι οι εφημερίδες έχουν ελαττώσει τα δωρεάν cds. Πάντα με ιντριγκάριζε η ανούσια αφθονία τους και τα new age διλήμματα που έφερνε στην επιφάνεια... μπορώ να σκουπιστώ με cd αντί για εφημερίδα για παράδειγμα ή μπορώ να τυλίξω μισό κιλό γαύρο με το live του Βασίλη Καρρά; Παρότι ποτέ δε μπόρεσα να καταλήξω σε μια εμπεριστατωμένη άποψη για την αναγκαιότητα τους, πρέπει να παραδεχτώ ότι σε ένα πράγμα σίγουρα τα αποτελέσματα δεν άφηναν περιθώριο αμφισβήτησης: τα περιστέρια. Αυτοί οι γαμημένοι μποέμ φτερωτοί αρτίστες που σπάνε το γκρίζο της πόλης με τόνους άσπρων σκατών. Ανελέητο bombing και όποιον πάρει ο χάρος. Αυτοί οι καταραμένοι καμικάζι λοιπόν, φοβούνταν την απόκοσμη λάμψη του ημιεργοστασιακού Χατζηγιάννη που κρέμαγες στο μπαλκόνι σου, σύμφωνα με τις πάντα έγκυρες πληροφορίες τις κυρίας Νίτσας από τον πρώτο. 

Οι μέρες όμως πέρασαν, και οι κακουχίες έφθειραν τα cds που κάποτε έσπερναν τον φόβο και τον τρόμο, οι εφημερίδες σε κρίση πλέον έκοψαν τα πολλά-πολλά και η αβεβαιότητα επέστρεψε θριαμβεύουσα με ένα χαιρέκακο χαμόγελο στα χείλη. Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να έχει κακό, αλλά πολύ κακό, τέλος με επικρατέστερη για την κατακλείδα την λεπτοσπείρωση ή συναφείς ασθένειες. Και εδώ λοιπόν είναι που έρχεται το internet να εξαργυρώσει τη φήμη του και να σώσει ζωές.

Πριν δυο χρόνια περίπου, μια ομάδα κανίβαλων αποφάσισε με ένα όχι πρωτόγνωρο, αλλα σίγουρα ελπιδοφόρο, εγχείρημα, να ενώσει μπάντες που αρέσκονται στην μυρωδιά του αίματος σε ένα δίκτυο αλληλοϋποστήριξης και προώθησης. Το πρώτο αποτέλεσμα αυτών των κόπων ήρθε σε μορφή cd με τίτλο "Greek Death Grind Scene vol.1", ακολούθησαν διάφορα εντυπωσιακά lives, μα πάνω απ' όλα συνετέλεσε στη δημιουργία μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας γύρω από τον όρο «σκηνή». Όρο εξαφανισμένο για περίπου μια 20ετία. Αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια επιτυχία της αυτο-οργάνωσης και της αγνής αγάπης των ατόμων που εμπλέκονται. Και για αυτό και μόνο δικαιούνται απέραντο σεβασμό.

Ένα χρόνο μετά λοιπόν, και φτάνοντας στο σήμερα μετά από απεραντολογίες χαζομάρας, το cd "Greek Death Grind Scene vol.2" βρίσκεται στα χέρια μας. Είναι περιττό να αναλύσουμε την ποιότητα της κάθε μπάντας μιας και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. For the record όμως, να επισημάνουμε ότι πραγματικά δεν υπάρχει ούτε μια συμμετοχή που να κυμαίνεται σε μέτρια επίπεδα, τα κομμάτια είναι όλα από αρκετά καλά ως γαμημένα τέλεια. Το ίδιο το cd είναι pro εργοστασιακό με 12σέλιδο booklet με τις απαραίτητες πληροφορίες για την κάθε μπάντα. Έτσι ερχόμαστε στο "δια ταύτα", η λύση βρίσκεται στα χέρια σας και το μόνο που χρειάζεστε είναι ένα κείμενο με απλές οδηγίες χρήσης από κάποιον που έχει αρκετό ελεύθερο χρόνο να τις συντάξει. Τοποθετείστε το cd στο stereo/pc σας, δυναμώστε... αλλά δυναμώστε ρε παιδάκι μου... και δώστε σε αυτά τα γαμημένα φτερωτά γκρι μιάσματα έναν λόγο να σας φοβούνται και πάλι. Κανένα έμβιο ον δε θα πλησιάσει το μπαλκόνι σας ξανά όσο τούτος ο δίσκος θα δονεί το σπίτι σας. Ζήτω το metal του θανάτου.

Υ.Γ.: Ο δίσκος αυτός, όπως και ο προηγούμενος, διανέμονται ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΔΩΡΕΑΝ.

http://www.facebook.com/groups/GreekDeathGrindScene/

Ιωσήφ Χ.


TERRORDROME (Gre) – The Day of Sacrilege (2012)


Θυμάμαι είχα πρωτοτσεκάρει τους Terrordrome στο "Sane-In-Sane" demo τους το 2004-5. Ένα δισκάκι που εξ' αρχής φανέρωνε αγάπη για brutal μπουκέτα και κλωτσοπατινάδα, αλλά ως εκεί. "Bookmark για αργότερα" φάση, με αισιοδοξία για το μέλλον! Έτσι κι αλλιώς ατόφιο brutal death δεν παίζανε και πολλοί στην Ελλάδα τότε (βλ. Inveracity, Vulnus, Sickening Horror), επομένως όπου ξεμύτιζε κανένας κάφρος, ήταν υπό παρακολούθηση. Και να' σου που μετά από κάνα 4άρι χρόνια, σκάει μύτη το "Vehement Convulsion", ένα σκληροτράχηλο μείγμα ωμής βίας και αηδιαστικής τεχνικής, τόσο πυκνό που μοιάζει σαν να παίζουν οι Brodequin στο ένα ηχείο και οι Cryptopsy στο άλλο. Δικαιολογημένο "ξεκάβλωμα" αφού, κατά τα λεγόμενα της ίδιας της μπάντας, πέρασαν τα μύρια όσα μέχρι να "δέσει" η σύνθεσή τους και να κυκλοφορήσει ο δίσκος.

Άλλα τέσσερα χρόνια μετά (το '13 είναι βρέφος ακόμα), οι Terrordrome επιστρέφουν με το 2ο τους πλέον εξάμβλωμα, που ακούει στο όνομα "Day Of Sacrilege", "Ημέρα Ιεροσυλίας" δηλαδή για όλους εσάς τους αμόρφωτους που πετάγατε τσίχλες στο ταβάνι της τάξης και πειράζατε τα άγουρα κοριτσάκια, την ώρα των αγγλικών! Υποτίθεται ότι υπάρχει ένα concept πίσω από τον τίτλο και όλη τη στιχουργική δουλειά του δίσκου, ο Σάκης μας είχε πει ότι κάτι παίζει με ένα 2ο έκπτωτο άγγελο που ξεκινάει έναν εμφύλιο στην Κόλαση και κάτι τέτοια αιρετικά (που σιγά μη σας τα πω κιόλας, να πάτε να πάρετε το δίσκο, να διαβάσετε μόνοι σας άμα λάχει), αλλά εγώ που είμαι πονηρός και που καλώς ή κακώς, ποτέ δεν ήμουνα "παιδί των στίχων", έχω άλλη γνώμη... όπου "Ιεροσυλίας" βάλτε "Εγκεφαλικού" και μετά πατήστε το play.

Ο δίσκος μπαίνει με τα δύο κομμάτια που είχαμε ακούσει και το 2011 στο split της μπάντας με τους Oath To Vanquish, κομμάτια που μας είχαν δώσει από τότε να καταλάβουμε ότι οι Θεσσαλονικείς, όχι μόνο έχουν δέσει σα ναυτικός κόμπος, αλλά έχουν βελτιωθεί δραματικά και στο εκτελεστικό κομμάτι (ναι, λες και πριν δεν έπαιζαν παπάδες!). Κάποια ψήγματα πειραματισμών, τα είχα εκλάβει τότε ως inside joke μεταξύ των μελών και βέβαια το ίδιο έπαθα και τώρα, αφού μ' αυτά τα δύο ίδια κομμάτια, όπως είπαμε, ξεκινάει ο δίσκος. Αυτό όμως που αρχίζει και γίνεται αντιληπτό από το 3ο κομμάτι του δίσκου και μετά, είναι ότι οι Terrordrome δεν έκαναν και δεν κάνουν καθόλου πλάκα! Το αδυσώπητο brutal death metal του, όχι και τόσο μακρινού, παρελθόντος έχει εμπλουτιστεί με πληθώρα ξένων προς το ιδίωμα ήχων και κυρίως μιλάμε για fusion jazz και flamenco... ναι, flamenco! Και κάπου εδώ είναι που σου σκάει το "Εγκεφαλικό".

Εγκεφαλικό έτσι κι αλλιώς αν είσαι τελειωμένος oldschool-άς και θεωρείς τους Atheist ή τους Cynic, το μεγαλύτερο μίασμα που γέννησε ποτέ αυτή η μουσική, πάλι εγκεφαλικό όμως, ακόμα κι αν είσαι πιο δεκτικός σε πειράματα, αφού όπως και να το κάνουμε όταν σκέφτεσαι brutal death metal σου έρχονται στο μυαλό νεκροταφεία, ζόμπια και ανεξέλεγκτες καταστροφές, ενώ όταν ακούς flamenco σου' ρχονται εικόνες με σπανιόλες καβλίτσες, καστανιέτες, ταυρομάχους και όλα τα συναφή.

Όπως και να' χει, ο δίσκος δεν είναι εύπεπτος και θέλει χρόνο μέχρι να καταλάβεις τί γίνεται εκεί μέσα. Μάλιστα, κατά τις πρώτες 2-3 ακροάσεις, αρκετές φορές πιάστηκα να αναρωτιέμαι για ποιό λόγο αποφάσισε να παίξει έτσι η μπάντα. Να το κάνει απλά για εντυπωσιαμό; Να σε ψαρώσει άσχημα; Μας έχει εντυπωσιάσει ήδη με τον πρώτο δίσκο και το κάνει κάθε φορά που παίζει live. Ή μήπως σε μια προσπάθεια να ακουστεί πρωτότυπη, επέλεξε αυτόν τον τρόπο; Ούτε αυτό ισχύει αφού κάτι αντίστοιχο σκέφτηκαν κι έπραξαν οι Impureza 2-3 χρόνια πριν. Τελικά, αφού εγκλιματίστηκα, θεωρώ ότι δε δικαιολογείται καν η απορία. Η μπάντα παίζει όπως παίζει επειδή απλά μπορεί και επειδή είναι οι Terrodrome. Το αηδιαστικά τεχνικό και υπεργρήγορο drumming, είναι ο λάκκος μέσα στον οποίο τα δύο έγχορδα έρχονται να "ξεφορτώσουν" όλες τις διεστραμμένες ιδέες που τους τρυπούσαν το στομάχι, ενώ τον αμετάκλητο brutal death χαρακτήρα έρχεται να επιβεβαιώσει ο φωνητικός μπουρόκαφρος, που και να θες δεν πρόκειται να πιάσεις λέξη. 

Αν και δε θεωρώ πως για να γράψεις καλή μουσική πρέπει να έχεις τέλεια τεχνική κατάρτιση (το αντίθετο θα έλεγα), παραδέχομαι ότι είναι ένα σημαντικότατο εργαλείο για την υλοποίηση των ιδεών σου. Οι Terrordrome αυτό το εργαλείο το χρησιμοποιούν με πολύ έξυπνο τρόπο, γι' αυτό και αναφέρομαι ξανά στο εκτελεστικό κομμάτι της μουσικής τους. Έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του ήχου τους και σίγουρα χωρίς την εμμονή στην κάθε λεπτομέρεια (ένα μικρόβιο που το κολλάνε όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου) θα μιλάγαμε για πολύ διαφορετικό ή και κακό αν θέλετε, δίσκο. Ο μόνος που τα γράφει στα παπάρια του όλ' αυτά, είναι σίγουρα ο τραγουδιάρης, που πραγματικά κάθε φορά που "μπαίνει" σε κομμάτι, μου δημιουργεί την εικόνα ενός μεγαλοπρεπούς εμετού (με αμάσητα κομματάκια) να σκάει στα μούτρα μιας αθώας χορεύτριας (σπανιόλας)!!!

Για να τελειώνω κάποια στιγμή, ναι είναι δύσκολο να ερμηνεύσεις όλο αυτό το σουρεαλιστικό χάος που λέγεται "Day of Sacrilege", αν όμως καταφέρεις και "μπεις" στον κόσμο του, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην αντιληφθείς ότι μιλάμε για τρελή δισκάρα. Όχι μόνο γιατί το όλο άκουσμα είναι απόλυτα ομογενοποιημένο, αλλά επειδή γίνεται ξεκάθαρο πλέον ότι οι Terrordrome έχουν όραμα και το δηλώνουν απροκάλυπτα. 

http://www.facebook.com/Terrordrome 
http://www.myspace.com/terrordrome 
http://www.grindethic.co.uk/

Γεράσιμος Β.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

HEDVIKA (Gre) – The Evidence Of Absence (2012)


Οι Hedvika ήταν η έκπληξη ενός αδιάφορου live. Ήθελα να τους ακούσω στο χώρο μου χωρίς να μου φαίνονται η όαση μιας υποφερτής βραδιάς για να έχω εμπεριστατωμένη άποψη, μην κακοχαρακτηριστώ και μετά πώς θα κυκλοφορώ στο δρόμο.

Το ντεμπούτο τους φωνάζει πριν καν το βάλεις να παίζει και ικανοποιεί φουλ τις προσδοκίες. Οι επιρροές από Cult Οf Luna και Rosetta, είναι χαρακτηριστικές, το λαρύγγι του frontman -παλιά καραβάνα της σκηνής (Earth Of Distrust, The Brightly Shining Sea)- σκίζει και οι συνθέσεις έχουν αφομοιώσει τέλεια όλα τα στοιχεία που παιδεύουν, συμπληρώνοντας το χώρο που μένει με προσωπικότητα. Για την ώρα βαδίζουν μία ασφαλή συνθετική πορεία, και αυτό κρατάει πίσω το δίσκο και δε με αφήνει να πανηγυρίσω. Ο δίσκος χρειάζεται να τελειώσει για να με γεμίσει, ευτυχώς χωρίς κόπο αφού το επίπεδο της μπάντας είναι κάλλιστο και η ροή του ανεμπόδιστη.

Άντε με τους Fields Of Locust να ξυπνάνε, τους Sun Of Nothing στο περίμενε και ότι άλλο η εγχώρια σκηνή μπορεί να αρχίσει να δημιουργείται. Έχει δυναμική και κατά όπως δείχνει καλό επίπεδο. Και τι διάολο, μας χαλάει να βλέπουμε λίγο περισσότερο post metal; Το παραρίξαμε στη μόδα.

http://hedvikamusic.bandcamp.com/

Γιώργος Κ.

GATTACA (Cze) - Gattaca 7" (2012)


Άργησα λίγο να το τσεκάρω αυτό γιατί με ξενέρωνε το όνομα. Πρόκειται για τον τίτλο εκείνης της sci-fi ταινίας με τον Ήθαν Χωκ και την Ούμα Θέρμαν, την οποία είχα δει τότε στο σινεμά και αν θυμάμαι καλά μου άρεσε, μα αναγκάστηκα να τη σβήσω απ' τη μνήμη μου γιατί ντρεπόμουν που μου άρεσε μια ταινία με τον Ήθαν Χωκ. Και να πώς τα φέρνει η ζωή, παραλίγο να αγνοήσω τελείως τους Gattaca επειδή είμαι κομπλεξικός! Ευτυχώς όμως ήρθε η αγία Halo Of Flies για να επανακυκλοφορήσει το εφτάρι, οπότε σκέφτηκα ότι μάλλον για κάτι δυνατό πρόκειται. Τέτοιο σκαμπίλι όπως και να 'χει δε το περίμενα. Το βάζω αμέριμνος να παίξει, ξεκινάει το πρώτο κομμάτι με κάτι τσέλα και ατμόσφαιρες, εντάξει βατά θέματα για όποιον είχε διαβάσει, αλλά εκεί στο 1:05 μπαίνει ΤΟ riff και με τη μία πετάχτηκα πάνω όπως η Μπρουκ Σιλντς όταν πάτησε το πετρόψαρο στη "Γαλάζια Λίμνη" (κατάφερα να κάνω τρεις blast-from-the-past αναφορές μέσα σε μία παράγραφο... ΟΚ, σταματάω). Κλαίνε οι γαμημένες κιθάρες, ε και μετά όταν σκάει το πρώτο νεοκραστάδικο κόψιμο (ξέρετε, αυτό που ακούγεται σα δύο ή τρεις βροντές συνεχόμενες και γκρεμίζει αυθαίρετα, καλά σταματάω) αφήνομαι ολοκληρωτικά. 

Νέο neo-crust από Τσεχία λοιπόν. Τόσο νέο βέβαια δεν είναι, γιατί αφενός το neo-crust είναι ένας μάλλον κορεσμένος ήχος, και αφετέρου οι Gattaca υπάρχουν απ' το 2009 και έχουν ήδη ένα ντέμο και τρία σπλιτ, τα οποία τα άκουσα μέσα στον ενθουσιασμό μου μονοκοπανιά και στα ρηπίτια. Ειδικά το ντέμο ξεσκίζει και είναι φουλ στο πάθος, το στυλ τότε ήταν κάπως πιο χύμα σε σύγκριση με το εφτάρι που παρουσιάζουμε εδώ. Ξαναγυρνώντας στο παρόν, βρίσκουμε τους τωρινούς Gattaca να δίνουν λιγότερη έμφαση στο βρωμόξυλο και περισσότερη στο συναίσθημα. Το d-beat και οι γρήγορες ταχύτητες αποφεύγονται σκόπιμα, η μελωδία κυριαρχεί και εξυπηρετεί την επικούρα και το λυρισμό, ενώ ταυτόχρονα οι κιθάρες αφήνονται να πυκνώσουν και να απλωθούν. Ναι, τα 'χουμε χιλιοακούσει αυτά, και απ' τους Antimaster, και απ' τους Madame Germen, και απ' τους Fall Of Efrafa, αλλά ποιός χέστηκε; Οι Gattaca έχουν την τσίτα και το συναισθηματισμό που χρειάζεται για να μιλήσουν στην καρδούλα μας και εκτός αυτού, καταφέρνουν μέχρι στιγμής να αποφύγουν το να χάσουν το δρόμο τους, μην αφήνοντας να τους παρασύρει το ρεύμα του post metal και του sludge, όπως συνέβη με τους προαναφερθέντες Fall Of Efrafa, τους Tragedy και τους Morne. Περιμένουμε τη συνέχεια.

Εντωμεταξύ, κοπανούσα το κεφάλι μου στον τοίχο για να βρω τι μου θυμίζει αυτή η ριφφάρα στο πρώτο κομμάτι και τελικά ήταν το "Implore The Darken Sky" των Heaven Shall Burn. Το αναφέρω γιατί αυτή η σύγκριση δίνει ακόμα περισσότερα στοιχεία για τα vibes των Gattaca, πέραν του κοινού vegan-ισμού και της ίδιας καταστροφολογίας στους στίχους που μοιράζονται και οι δύο μπάντες.

http://gattaca.bandcamp.com/

Βαγγέλης Ε.