Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

FIRE! with JIM O'ROURKE (SWE) - Unreleased? (2011)

Επιτέλους, μετά από καιρό είχα δύο απανωτές μουσικές συγκινήσεις από νέες κυκλοφορίες. Την πρώτη, των υποβλητικότατων Enablers κι ύστερα ακολούθησε η δεύτερη, δουλειά των Fire!- του supergroup της Rune Grammofon- που κατάφερε να φιγουράρει σε πληθώρα από blogs και μουσικοsite λίγες στιγμές μετά την "κυκλοφορία" της. Οι Fire! είναι μία υπερδομή σουηδικής υπηκοότητας αποτελούμενη από τους Johan Berthling (μπάσο, Tape), Mats Gustafsson (σαξόφωνο, The Thing), Werliin (ντραμς, Wildbirds & amp; Peacedrums) και με την συνεισφορά του Jim O'Rourke παραδίδουν το δεύτερο δίσκο τους με τον χαδιάρικο τίτλο "Unreleased?", ω ναι.

Το "Unreleased?" υποκύπτει και ξεπερνάει όλες τις παρορμήσεις της μόδας των στιγμιαίων collaborations υπερμουσικών για την παραγωγή ημιαφηρημένων υπερδίσκων αυτοσχεδιαστικού πειραματισμού. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στην εκτελεστική δεινότητα των μελών της (η οποία γαργαλάει το ταβάνι), μα στην ολιστική συνοχή των συνθέσεων που λαμποκοπά ο δίσκος. Θέλω να τους φαντάζομαι κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, να παίζουν, ώστε κάποια στιγμή να χαζοκοιτιούνται υπομειδιάζοντας, δηλώνοντας κρυφά "κοίτα τι θα κάνω" δίνοντας έναυσμα ο ένας στον άλλο για παιχνιδισμό. Βέβαια τίποτα παιδιάστικο ή βεβιασμένο δεν υπάρχει στα 4 κομμάτια του "Unrealesed?". Τα drums άλλοτε καθορίζουν και άλλοτε ανακατεύουν την πορεία των κομματιών, το μπάσο όταν πρέπει σακατεύει, ενώ ο Gustaffson παραμένει άψογος και σχεδόν πάντα μανγητίζει την προσοχή μου. Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό η συνεισφορά του O'Rourke είναι σημαντικότατη, ο τρόπος με τον οποίο μπουκώνει τον ήχο δίνει συχνοτική ικανοποίηση.

Τα τέσσερα λοιπόν, αυτοσχέδια κομμάτια είναι και kraut, και jazzy, και noisy και psychy και τα μοτίβα επαναλαμβάνονται, και ότι θα περίμενε κανείς απλά διαβάζοντας το εξώφυλλο. Η δυναμική όμως είναι φρεσκότατη και κατά κάποιον τρόπο ασκεί μία γλυκιά πίεση που φέρνει την λέξη άψογο στα χείλη. Τα εύσημα στην Rune Grammofon ακόμα μία φόρα.

Γιώργος Κ.

http://www.runegrammofon.com/

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Συνέντευξη: Fields Of Locust

Το post-metal θαμμένο πίσω από τοίχους που το ίδιο έχτισε, τα τελευταία δύο χρόνια ξερνάει κυκλοφορίες ο απόηχος των οποίων είναι το "ντουπ" κεφαλιού που συγκρούεται σε αυτούς για να ακουστεί πίσω τους. Οι Fields Of Locust έρχονται και με ένα οδοντιατρικό χαμόγελο δίνουν στο ντεμπούτο τους μία παρουσία όχι ανανέωσης ή αναπτέρωσης ελπίδας μα αγνής κάβλας, και αμέριμνοι για την όποια τύχη του είδους συνθέτουν και σερβίρουν. Χαιρόμαστε να το ακούμε και να βλέπουμε πως η μπάντα εκτός από όρεξη έχει και ιδεολογία. Τσεκάρετε.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

THE BLISS (Grc) – Gabbatha (2011)

Τον περίμενα αυτόν τον δίσκο για να αναφωνήσω ''δισκάρα'' και τα σχετικά, αλλά λόγω προσωπικών υπερπροσδοκιών (το τονίζω εξαρχής αυτό), κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οχι πως δεν σκίζει, για τον θεό, σε μερικά σημεία έβρισκα τον εαυτό μου να τα χάνει με την εκτελεστική αρτιότητα, τις τέλεια αφομοιωμένες επιρροές και ΤΗΝ φωνάρα. Απλά δεν είναι το τεράστιο μπαμ που προϊδέαζε το πρώιμο υλικό τους και αντί για μενίρ στο κεφάλι φάγαμε μια σεβαστού μεγέθους κοτρώνα. Ξεκαθαρίζω βέβαια πως μιλάμε για top 5 κυκλοφοριών του τρέχοντος έτους, οπότε δεν διαβάζετε κανέναν μετριοπαθή και συγγνώμη αν περιμένατε κάτι τέτοιο απ’την εισαγωγή.

Λοιπόν πάμε λίγο γρήγορα με τα αρνητικά για να κλείσουμε με σαρωτικό φινάλε. Επιρροές οριακά αλληλένδετες και κάποια αποτυχημένα πειράματα υπάρχουν. Αρχικά, μεσα στον δίσκο έχουμε μερικά dronoειδή, ακουστικά ιντερλούδια που αν και δεν χαλάνε την ροή του υλικού, εμένα κάπως με ρίχνουν. Αυτό βέβαια έχει να κάνει με το ότι έχουν μειωθεί οι όποιες pop-sensibilities του παρελθόντος χάριν ενός πιο περιπετειώδους, εγκεφαλικού παιξίματος που παραπέμπει (όπως πολύ σωστά μαντέψατε όσοι τους έχετε δει σε κάποιο απ’τα αποστομωτικά live τους) στους Tool αν ηχογραφούσαν στην Sub Pop περιόδου 88-93. Οπως ξεκαθάρισα και στην αρχή, αυτό έχει να κάνει με τις δικές μου προσδοκίες όμως, οπότε το προσπερνάμε. Σε δεύτερη φάση, ενώ υπάρχει προσπάθεια για περαιτέρω πειραματισμό (η λύρα με σκότωσε, καλό), οι Bliss κάπου κάπου δείχνουν ανήμποροι (ή καλύτερα απρόθυμοι) να βάλουν σε δεύτερη μοίρα τις επιρροές τους με αποτέλεσμα να ακούγονται μεν τρομερά δεμένα, καλοδουλεμένα και με μπόλικη σκέψη από πίσω τα πάντα, αλλά να είναι ταυτόχρονα ευκόλως αναγνωρίσιμη η προέλευση τους. Είναι και θέμα εμπειρίας αυτό και στην τελική το γάμησα που τα θέλω όλα απ’τον πρώτο δίσκο, αλλά αν δεν ήταν τόσο διακριτό το ταλέντο θα έλεγα γάματο. Πάμε τώρα στα καλά.

Σπάνια βλέπεις εγχώρια μπάντα με πραγματική συνέπεια στα ακούσματα της. Οι Bliss δεν μοιάζουν περιστασιακοί ακροατές ενός εναλλακτικού παρελθόντος που αναγνώρισε μόνο τρεις άντε τέσσερις ρημάδες μπάντες ώς αξιόλογες, αντιπροσωπευτικές και εν τέλει διαχρονικές ενός μουσικού κινήματος (του ''grunge'' ντε). Είμαι ψιλοσίγουρος ότι αν κάναμε κουβέντα θα μιλάγαμε για Amphetamine Reptile, για το Noise rock, την underground σκηνή των Portland & Seattle και άλλα τέτοια (ΤΟΥΣ SABBATH). Πράγματα όχι απαραίτητα συγγενικά με τον ήχο τους. αλλά απολύτως χρήσιμα σε ακαδημαϊκό επίπεδο για να κατανοήσεις την τέχνη σου (ή στην περίπτωση μου το αντικείμενο που θέτω για ανάλυση). Τα εργαλεία με τα οποία δουλεύεις ρε παιδί μου. Ενα ακόμα θετικό είναι το απολύτως ψαρωτικό παίξιμο που μαρτυρά πολλές πρόβες και πολλά λαβυρινθοειδή τζαμαρίσματα που όταν έσκαγε επιτέλους ένα καλό riff οι τύποι κοιταζόντουσαν μεταξύ τους μέσ' στη χαρά. Για την φωνή τι μπορούμε να πούμε; Υπάρχει κάτι αντίστοιχο εδώ γύρω άραγε; Άψογη άρθρωση και χρήση της Αγγλικής γλώσσας στα bonus μάζι με την υπερχροιά κτλ. Στο καθαρά συνθετικό μέρος δεν υπάρχει τίποτα χτυπητό να κατακρίνεις. Το υλικό ακούγεται σαν να έχει γραφτεί φυσικότατα και είναι τίγκα στην έμπνευση σε κάθε έκφανση, είτε όταν κάνουν ''ρυθμικά'' παιχνίδια, είτε όταν σου ρίχνουν ξερά το riff καταπάνω σου, είτε όταν οι τόνοι πέφτουν και δίνεται βαρύτητα στην ''ατμοσφαιρική'' πλευρά της μπάντας. Ναι, όπως ξαναείπα, έχουν μειωθεί οι poppy ευαισθησίες και δεν υπάρχει κάποιο instant hit εδώ γύρω αλλά δεν το λες και grower, μια χαρά πιασσάρικο είναι. Γενικά εξισορροπεί, καταφέρνουν να κάνουν το δεκάλεπτο κομμάτι να φαίνεται μισό ή και λιγότερο σε διάρκεια, παίρνοντας παράλληλα χαμπάρι ότι υπάρχει βάθος εδώ και δεν ακολουθείται μια συμβατική δομή. Αν το ακούσετε θα καταλάβετε, δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα παραπάνω.

Σαρωτικό conclusion : γράψτε στ'αρχίδια σας όλα τα παραπάνω και ξεκινήστε το album απ’το ''Dawn''. Aμα το προσπεράσετε σαν κάτι της σειράς θα κάτσω να με γαμήσετε. Το επόμενο album απλά δεν θα υπάρχει.

Κώστας Χ.

http://www.myspace.com/thebliss2006
http://www.spinalonga.net

OVER THE OCEAN (USA) – Paper House (2011)

Οι Over The Ocean είναι μια από τις μπάντες που ξεπετάγονται σαν τα καπρολάχανα μέσα στους αγρούς. Μετράνε περίπου δύο χρόνια από την πρώτη νότα που παίξανε σε κάποιο στούντιο της Virginia, και το ντεμπούτο τους "Paper House" έγινε με την βοήθεια του kickstarter.com το οποίο βοηθά στην χρηματοδότηση της παραγωγής των έργων νέων καλλιτεχνών.

Το συγκρότημα κυμαίνεται σε ένα post-rock attitude με αρκετά στοιχεία από την shoegaze και indie σκηνή, στρογγυλεύοντας έτσι την ήδη χαλαρή ατμόσφαιρα που μπάντες όπως God Is an Astronaut και Explosions in the Sky, δημιουργούν. Οι Αμερικάνοι δίνουν μέγιστο βάρος στον στίχο και στην ερμηνεία αυτού, γεγονός που συμβάλει τα μέγιστα για την δημιουργία μιας ξεχωριστής σύνθεσης εν γένει. Δεν είναι δηλαδή μια τυποποιημένη απομίμηση των Sigur Rós ή των Wovenhand αλλά κάτι ανάμεσα σε αυτές τις φαινομενικά παράταιρες μπάντες. Διατηρώντας για λίγο ακόμα όλη αυτή την ονοματολογία, είναι σημαντικό να επιστήσουμε την προσοχή του ακροατή για δύο-τρία πολύ ξεχωριστά κομμάτια της κυκλοφορίας που ακούνε στο όνομα "Everything Will Change", "Something I Was Not", "Build Your Kingdom".

Αν λέγαμε ότι ένα πράγμα ξέρουν να κάνουν καλά οι Over The Ocean, αυτό είναι ότι μπορούν να δημιουργούν με τις συνθέσεις τους τοπία τα οποία δονούνται από τους πολύ εκφραστικούς και δυνατούς τους στίχους. Όσοι πιστοί, από περιέργεια και μόνο, προσέλθετε.


Νικος Ζ.

www.myspace.com/overtheoceanband

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

IMPUREZA (Fra) – La Iglesia Del' Odio (2010)

Να και μια δισκάρα που έπρεπε να πάρει το χρόνο της για να με εντυπωσιάσει. Το “La Iglesia Del' Odio” σημαίνει “εκκλησία του μίσους” στα ισπανικά, οι ακάθαρτοι (impureza = ακαθαρσίες) κάφροι όμως που τη δημιούργησαν έρχονται απ' τη Γαλλία. Είναι ολοκληρωτικά χωμένοι στην εμμονή της “ιβηρίας”, αφού κατά τα λεγόμενα της ίδιας της μπάντας, οι Impureza δημιουργήθηκαν ακριβώς γι' αυτό το σκοπό, να παίξουν death metal δηλαδή επηρεασμένο από την παραδοσιακή μουσική της ιβηρικής χερσονήσου. Τώρα βέβαια ο όρος “Brutal Death Flamenco” που οικειοποιούνται για τη μουσική τους δεν είναι και πολύ της προκοπής, μη σου πω ακούγεται και αστείος, όμως είναι μια καλή αφετηρία για μπει κανείς στη φάση της μπάντας.

Ο δίσκος όπως είναι αναμενόμενο, ξεκινάει με το ξεκώλιασμα μιας κλασικής κιθάρας, η οποία υποχρεώνεται να κουβαλήσει η κακομοίρα όλη την κάβλα του τρελαμένου οργανοπαίχτη της για ξέφρενα flamenco ακροβατικά. Αμέσως μετά μπαίνει χώσιμο με blasts και τέρμα γκάζια στις κιθάρες! Και αν αυτό σε πρώτη φάση προδιαθέτει μάλλον αρνητικά, στην περίπτωση των Impureza είναι αυτό που κάνει τα πράγματα αληθινά ενδιαφέροντα: δεν ακούς ένα συνεχόμενο αυνανισμό από σόλο και υπερτεχνικά περάσματα, ούτε cheesy power metal επικούρα. Ακούς πραγματικό brutal death με πραγματικές flamenco σφήνες!

Τα κομμάτια είναι δουλεμένα με τις ώρες (τα μισά σχεδόν υπάρχουν από το 2005 και τα πρώτα demo της μπάντας) με δεδομένη τη συνθετική ικανότητα της μπάντας και την πλήρη επίγνωση του πότε και που θα δοθούν οι folk/μελωδικές ανάσες, οι οποίες θα “αδειάσουν” για λίγο την ανελέητη μπρουταλιά, για να επανέλθει δριμύτερη λίγο αργότερα. Το εντυπωσιακό είναι βέβαια ότι όλη αυτή η εναλλαγή γίνεται με πραγματική ένταση, ενώ κάτι οι ισπανόφωνοι στίχοι, κάτι τα ίδια τα ηλεκτρικά riffs που πολλές φορές μοιάζουν να είναι προεκτάσεις των folk ακουστικών, κάνουν τη μουσική να έχει τέτοια ομοιογένεια, που είσαι ανίκανος να φανταστείς πλέον τα κομμάτια, και δη τα τυπικά death metal μέρη, χωρίς όλο αυτό το εξωγενές, μη-μέταλ σκηνικό. Κάπως έτσι σε νικάει αυτή η μπάντα.

Οι Impureza είναι σαν να έχεις βάλει στο ίδιο καζάνι τους Nile με τον Al di Meola! Το μείγμα είναι τόσο καλό, που όποιον απ' τους δύο και να γουστάρεις, αυτοί οι Γάλλοι είναι για σένα.


Γεράσιμος Β.

http://www.myspace.com/impureza
http://www.snakebiteprod.com/

Husere Grav (US) - Husere Grav (2010)

Η παρουσίαση που ακολουθεί θα είναι σχετικά ξερή και σύντομη – η κασσέτα που διάλεξα δεν με διευκολύνει να γράψω κάποια πιο ενδιαφέρουσα κριτική να πω την αλήθεια. Αφού δεν μπόρεσα να βρω όμως κάποια καλύτερη και επίκαιρη αφορμή για την παρουσίαση του εν λόγω καλλιτέχνη, μπαίνω απ'ευθείας στο ψητό.

Todd Watson λοιπόν είναι το όνομα ενός συμπαθέστατου χοντρούλη (misanthrope southern lord στη γλώσσα των δελτίων τύπου) από το Τέξας. Με ένα black metal παρελθόν και με μια ανήσυχη διάθεση για το sound manipulation και την (όχι-και-τόσο) ανορθόδοξη χρήση της κιθάρας, συγκεντρώνει τις επιρροές του στο τελευταίο και πιο ενδιαφέρον project του με όνομα Husere Grav, παίζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα black noise (με το βάρος στην noise επιρροή του ιδιώματος).

Συνολικά, οι μέθοδοί του κινούνται ανάμεσα στις κλασσικές Prurient/Whitehouse “παραμορφωμένα vokills και μικροφωνισμοί” power electronics στιγμές και στις κιθαριστικές dark ambient συνθέσεις – μέθοδος που κυριαρχεί και στο Husere Grav. Απλές δυσαρμονίες, ξεκάθαρα εμπνευσμένες από το black metal παρελθόν του, αντηχούν και διατηρούνται σε μία αρκετά σαθρή χρονική κλίμακα, προσεγγίζοντας μια drone άχρονη λογική. Η σύνθεση είναι μάλλον απούσα και η εξέλιξη ενστικτώδης. Παρ'όλα αυτά το σύνολο μαρτυρά μια αρκετά καλή αντίληψη της εξέλιξης και της αντίληψης του εσωτερικού ρυθμού, δίνοντας τελικά κομμάτια που (το κατά δύναμιν) ξεφεύγουν από την παγίδα του βαρετού.

Χωρίς να παρουσιάζει την ποικιλία και την διάθεση για πειραματισμό των split κυκλοφοριών του πλάι στους εκπληκτικούς Robedoor και Torturkammer, είναι ένα πολύ καλό δειγμα δουλειάς και μια καλή πρώτη εξοικείωση με τον ήχο του Husere Grav – αν και πιο πιθανό να συγκινήσει τους οπαδούς της lo-fi ψυχεδέλειας και της drone παρά της black και noise. Αξίζει πάντως να το αναζητήσετε, ακόμα περισσότερο δε τα προαναφερθέντα splits (κυκλοφόρησε σε 111 εξαντλημένα αντίτυπα, οπότε καλό ψάρεμα).

Δημήτρης Γ.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

40 WATT SUN (UK) – The Inside Room (2011)

Το όνομα της μπάντας σίγουρα δεν παραπέμπει στο ότι πρόκειται για τη συνέχεια των Βρετανών Warning, οι οποίοι το 2007 με το "Watching From A Distance" έδωσαν ηχητική υπόσταση στην κατάθλιψη της πιο βαριάς μορφής. Τα 'χετε ακούσει πολλάκις αυτά, τα έχετε πιστέψει κιόλας, υπάρχουν και διαπιστευτήρια, ακούγατε το "Alternative 4" στο σχολείο και θεωρήσατε πιθανό, οι στίχοι του "Fragile Dreams" να αναφέρονται σε εσάς προσωπικά. Εδώ όμως δεν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που φοράνε τη θλίψη τους κατά βούληση και κοιτάζονται στον καθρέφτη, ερωτευμένοι με τον ίδιο τους το δήθεν αλαφροΐσκιωτο εαυτό. Στους Warning η θλίψη δεν είχε επικάλυψη μελένια, είχε γεύση στρυχνίνης, σε ποσότητα πάντα μικρότερη της θανατηφόρας, ώστε να ακολουθούν πολλαπλές δόσεις. Αυτό το γκρουπ δεν ήταν μια χείρα βοηθείας, ήταν περισσότερο το χέρι που σταθερά και κάπως στοργικά πίεζε το κεφάλι μέσα στο νερό, αδιαφορώντας για τους σπασμούς αγωνίας κατά τη διάρκεια του πνιγμού, αφού ο πνιγμός ήταν ο σκοπός του.

Με τους 40 Watt Sun ο Patrick Walker μοιάζει να χαλαρώνει λίγο τη λαβή για να μας επιτρέψει μια ανάσα. Είναι αέρας όμως αυτό που μας περιβάλλει, ή αναπνέουμε την απουσία του; Η μουσική των 40 Watt Sun είναι τόσο θλιβερή που καταλήγει μεθυστική. Τα riffs ανακυκλώνονται σα στρόβιλος σε αργή κίνηση, ώστε να βιώνεται κάθε χιλιοστό ενός εκτατού πόνου. Οι κιθάρες του Walker πραγματικά λένε ιστορίες, ακολουθούν ένα βασανιστικό μοτίβο που ξεκινά με έντονο, λυπημένο ξέσπασμα μέχρι που φτάνουν να κατακρημνίζονται τσακισμένες, έτοιμες να επαναλάβουν την ακολουθία ενός φροϋδικού fort/da, ενός καταναγκασμού επανάληψης μιας οδύνης πολύ συγκεκριμένης. Οι 40 Watt Sun μιλάνε για την οδύνη τους απευθυνόμενοι σε έναν άνθρωπο, ίσως στον ίδιο δέκτη για τον οποίο προοριζόταν το "Watching From A Distance", αλλά εδώ τα πράματα μοιάζουν να είναι κάπως πιο φωτεινά. Είναι βέβαια απ' αυτές τις περιπτώσεις που ορίζουμε το φως ως απουσία σκοταδιού, αφού όχι μόνο συνθετικά, μα και στιχουργικά, αφήνεται να δημιουργηθεί για κάποιες στιγμές μια αχρωμία, με την ελπίδα ότι το κενό μπορεί να γεμίσει με κάποιο άλλο χρώμα πέρα απ' το μαύρο. Αυτή η υποψία φωτός, που βρίσκει έκφραση ιδιαίτερα στο τελευταίο, και κάπως Alcest-ικά αισιόδοξο κομμάτι του δίσκου, ίσως να σημαίνει ότι οι πρώην Warning είδαν ελπίδα κάπου και για αυτόν ακριβώς το λόγο έπαψαν και να είναι οι Warning. Παρά τις υπόνοιες ελπίδας όμως, πρώτη ύλη του "The Inside Room" παραμένει η αστόλιστη κατάθλιψη και η συνεχής αύρα απώλειας, μπορεί να τ' ακούσει αυτά κανείς στη χροιά του Walker, που, αν και στους 40 Watt Sun έγινε πιο γλυκιά, φράζει κάθε έξοδο διαφυγής από το επώδυνο. Με κάποια απογοήτευση παρατήρησα στα φωνητικά την απουσία των λυρικών εξάρσεων του παρελθόντος, όπως στον τρόπο που είχε τραγουδήσει εκείνο το "shivering, naked, in your winter light" στο κομμάτι "Footprints". Αυτό είναι κάτι που μου λείπει λίγο απ' το συγκεκριμένο album, αλλά απ' την άλλη είναι σίγουρο, ότι η αναπαραγωγή της ατμόσφαιρας των Warning δε συμπεριλαμβάνεται στις επιδιώξεις των 40 Watt Sun.

Δεν ξέρω με τι κριτήρια πρέπει να αξιολογούνται τέτοιοι δίσκοι. Το μοναδικό μειονέκτημα του "The Inside Room" φαίνεται να είναι το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε του "Watching From A Distance", το οποίο μας έφερε σε επαφή με μια θλίψη πρωτόγνωρα ωμή και εθιστική, όποτε λογικό, μα και τελείως λάθος, είναι το να θέλουμε μαζοχιστικά ορμώμενοι κι άλλο, κι άλλο... Το ιδανικό νομίζω είναι να ξεχωρίσουμε στο μυαλό μας τους Warning και τους 40 Watt Sun ως δύο διαφορετικά φαινόμενα, και να αφήσουμε τους δεύτερους να μας οδηγήσουν παραπέρα μέσα στο τούνελ, το οποίο, ποιος ξέρει, ίσως να τελειώνει κάπου. 

Βαγγέλης Ε.



www.40wattsun.com