Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Fluff Fest @ Rokycany Airfield, Τσεχία -- 26.-28.07.2013


Το fest:
Ο χώρος του φεστιβάλ είναι ένα παλιό αεροδρόμιο. Πριν την κεντρική είσοδο του fest βρισκόταν το πάρκινγκ (σούπερ άνετο και πολλές θέσεις), χώρος για κάμπινγκ (ο ένας πάνω στον άλλο), δυο καμπίνες για ντους και ελάχιστες χημικές τουαλέτες (που ευτυχώς δεν αναγκαστήκαμε να επικεφτούμε), πάγκοι με βινύλια, πολλά βινύλια, αλλά και μια μικρή τέντα όπου έπαιζαν διάφορες μπάντες, συμπεριλαμβανομένων των δικών μας My Turn την τρίτη μέρα, απλά γράφοντας το όνομά τους στη λίστα, ώστε να έχουν το χρόνο τους στο ημερίσιο πρόγραμμα. Η είσοδος στο φεστιβάλ κόστιζε 35 ευρώ για το τριήμερο που είναι γαμώ τις τιμές. Προσωπικό ασφαλείας δεν υπήρχε ούτε για δείγμα και παρόλαυτα δεν υπήρξαν προβλήματα, κάτι που βρίσκω αξιοθαύμαστο και που λέει πολλά για τη σωστή συμπεριφορά των παρευρισκομένων. Βέβαια δεν είδα να υπάρχει πουθενά ιατρικό προσωπικό. Αν όντως ήταν έτσι, μου κάνει λίγο παρακινδυνευμένο και μαλακία.

Στον κύριο χώρο του φεστιβάλ και περνώντας την κεντρική είσοδο απλωνόταν ένας ωκεανός πάγκων με merchandise, zines και βιβλία, μια σκηνή όπου προβάλλονταν ταινίες και ντοκυμαντέρ και περίπτερα με vegan φαγητάρες, από γκούλας και γύρο μέχρι cupcakes και παγωτό. Υπήρχαν δύο σκηνές σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, η μεγάλη main stage και η κλειστή tent stage. Ο ήχος από τις δύο σκηνές δε μπλεκόταν και το πρόγραμμα του line up ήταν σοφά φτιαγμένο, ωστέ να μπορεί κανείς να τσεκάρει όλες τις μπάντες, του στυλ όταν τελείωνε μια εμφάνιση στο tent stage ξεκινούσε η επόμενη στο main stage. Βέβαια, ήθελε αρχίδια για να κάνεις κάτι τέτοιο, αφενός γιατί το tent stage δε την πολυπάλευε (μικρός χώρος, αποπνικτική ατμόσφαιρα, σκατά ορατότητα όταν γέμιζε, δηλαδή πάντα) και αφετέρου γιατί εσύ ο ίδιος δε την πολυπάλευες, μιας και η ζέστη ήταν άπειρη. Ειλικρινά, μιλάμε για θερμοκρασίες από την ίδια τη κόλαση. Οι μόνοι λόγοι που επέζησα ήταν η αποχή από το αλκοόλ, η κατανάλωση δεκάδων λίτρων νερού και το συχνό άραγμα στη σκιά. Αλλά είμαι και σκατόγερος, θα μου πεις και θα χεις και δίκιο, φίλε.

Παρασκευή:


Το πρόγραμμα ξεκινούσε στις δώδεκα το μεσημέρι, εμείς φτάσαμε καταϊδρωμένοι γύρω στις τρεις το απόγευμα. Η μπάντα που μας ξεπαρθένεψε ήταν οι Νορβηγοί Arabrot στην κεντρική σκηνή. Δεν τους ήξερα, και αρκετά  αργότερα έμαθα ότι πρόκειται για Oslo-ιώτες τρελάκηδες με μεγάλη δισκογραφία και μέλη Haust και Okkultokrati. Μου τράβηξαν την προσοχή με το καμμένο noise rock τους, τα βλαμμένα φωνητικά και το σκουφί/ρακούν του τραγουδιστή και κιθαρίστα τους. Στη συνέχεια τσέκαραμε λίγο τους I Exist στο tent stage που παίζαν ωραίο μελωδικό hardcore και μας έβαζαν σιγά-σιγά στο κλίμα. Απ' το κλίμα όμως μας έβγαλε το Defiance Ohiο & Nana Grizol & High Dive Collaboration Show. Και καλά ήταν μια μπάντα με μέλη από τρία άλλα γκρουπ που δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν, και επιδιδόταν σε ακουστικές μπαλάντες με ένα τσικ πανκ ροκ ενέργεια. Δεν ξέρω τι σκατά συνέβη, μάλλον μας υπνώτισαν, με αποτέλεσμα να αράξουμε στο γρασίδι παρακολουθώντας όλο το σόου τους. Και μας άρεσε κιόλας. Πίσω στο tent stage απολαύσαμε τους πάντα γαμηστερούς Twitching Tongues, με το ισχυρό ροκαριστό hardcore τους, δεν περιμέναμε όμως τους Violent Reaction που εμφανίζονταν στα καπάκια, γιατί στην κεντρική σκηνή τα πράγματα σοβάρευαν...

Τους Code Orange Kids τούς είχα άχτι, γιατί τους είχα χάσει live όταν ήταν στα ντουζένια τους, την εποχή του "Cycles" δηλαδή. Όχι ότι δεν περνάει πλέον η μπογιά τους, ακόμα ανήλικα παίζει να 'ναι. Απλά, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκαν στη σκηνή, δεν ήξερα τι να περιμένω, μιας και το full length τους παραήταν ατμοσφαιρικό για μένα και με είχε απογοητεύσει λίγο. Με τον ήλιο στη μάπα, ίδρωναν και αναψοκοκκίνιζαν πριν καν παίξουν νότα, σχεδόν τους λυπήθηκα, μέχρι που ξεκίνησαν να παίζουν, όπου και μου έχωσαν τον οίκτο στο γκώλο. Υπέρβαρες συνθέσεις (ακόμα κι αυτές του full length με πόρωσαν), ξεσκισμένα τριπλά φωνητικά, νεανική καύλα, νιώσιμο με αέρα βετεράνων του χώρου και μία Reba Meyers να αναδεικνύεται όσο περνάει η ώρα στην απόλυτη χάρκορ frontwoman. Έρωτας. Κορίτσαρος. Μπουμπουλίνα με κιθάρα. Μπράβο σ' αυτούς τους λαμπρούς νέους για την πρώτη εμφάνιση του φεστιβάλ που χαράχτηκε στη μνήμη μου.

Code Orange Kids


Μετά το μακελείο αράξαμε και ακούσαμε από μακριά τους Τσέχους Lesa Z Lesa, που ξεσκίζονταν με κάτι σαν μπλακμεταλικό σκρήμο (ωραίοήτανε), και συνεχίσαμε με τους βαρετούς Hounds Of Hate. Ο τραγουδιστής ήταν βλάκας ποζεράς και το hardcore τους κάτι περισσότερο από κοινότοπο, ο κόσμος φάνηκε πάντως να γουστάρει και κοπανιόταν σε κάθε breakdown. Η κατάσταση δε σώθηκε ούτε με τη διασκευή Bad Brains. Πίσω στην τέντα/σάουνα, σειρά είχαν οι Sectarian Violence, international μπάντα με Αμερικάνους, Άγγλους και Σουηδούς, συμπεριλαμβανομένου του τραγουδιστή των Coke Bust. Με το φετινό τους "Upward Hostility" βρήκε την υγειά του πολύς κόσμος και όπως ήταν αναμενόμενο, τα γάμησαν όλα με το μπίχλικο και σκατόψυχο hardcore punk τους.

Μετά τους Sectarian Violence ακολούθησε άλλη μια μεγάλη εμφάνιση στο main stage. Οι καβαλάρηδες της straight edge Αποκάλυψης, η μεγαλύτερη απειλή για κάθε κρεατοφάγο, τα vegan Ορκ ονόματι Harms Way με μπροστάρη το κτήνος Judge Hammers. Εννοείται ότι τα διέλυσαν όλα με ένα hardcore που με τον καιρό μεγάλωσε και έγινε death metal και breakdowns που έκαναν τη γη να τρίζει. Τον Judge Hammers αν μπορούσα θα τον έκανα εικόνισμα τύπου Άι Γιώργης πανώ στο άλογο να σκοτώνει δράκο ή έστω ήρωα κόμικ. Τα ανεξάντλητα βοθρίσια φωνητικά, το εκτόπισμά του επί σκηνής, η υπερβολική μυική μάζα, οι κινήσεις, όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της φιγούρας προκαλούν δέος και σε κάνουν να τον χαζεύεις. Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να χωνέψω ότι υπάρχει αυτός ο τύπος και ζει κανονικά, πάει σούπερ μάρκετ και τέτοια. Στο σύνολο οι Harms Way έκοψαν κώλους με κομμάτια απ' όλη τη δισκογραφία τους και ικανοποίησαν στο έπακρο το διψασμένο για μάπες κοινό.


Harms Way


Μετά απ' αυτό σύραμε τα ταλαίπωρα σαρκία μας μέχρι το tent stage για τους Coke Bust, αλλά ήταν τόσος ο κόσμος που δεν έβλεπες τίποτα, οπότε το γειώσαμε. Η βραδιά για μας έκλεισε χαλαρά με τους Circle Takes The Square στη μεγάλη σκηνή, οι οποίοι με τίμιο στήσιμο, καταπληκτικά τραγούδια και χωρίς φανφάρες απέδειξαν ότι είναι μπάντα με εμπειρία και ποιότητα. Δέκα χρόνια έχουν στην πλάτη εξάλλου. Αν και τους θυμόμουν πιο mathcore-ίλες στους δίσκους. Όπως και να 'χει, ήταν ένας όμορφος επίλογος για την πρώτη μέρα.

Highlights της μέρας: το γιλέκο του Judge Hammers, το "Scrambled" των Harms Way, οι γκριμάτσες της Reba Meyers, οι Code Orange Kids, το "Light From A Dead Star" των Catharsis που ψώνισα.

Έχασα ____________, ρε μαλάκα: Coke Bust λόγω πολυκοσμίας, Full Of Hell λόγω κούρασης.


Σάββατο:


Τη δεύτερη μέρα σκάσαμε σκοπίμως στις τρεις για να μην πεθάνουμε από ηλίαση. Εκνευρίστηκα όταν έμαθα ότι τη μέρα την άνοιξαν οι θεοί Jungbluth, που ήταν προσθήκη της τελευταίας στιγμής και κατά συνέπεια δεν υπήρχαν στο πρόγραμμα της σελίδας του Fluff. Αφού κατάπιαμε την ξενέρα μας, είδαμε λίγο τους Die!Die!Die! που σκούζανε στο tent και στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς το main stage, γεμάτοι με την ελπίδα ότι οι Brutality Will Prevail θα μας φτιάξουν τη μέρα. Και μα το ναι, το έκαναν οι πούστηδοι. Ζέστη, σκόνη και beatdown πάνω σε beatdown. Ξύλο ρε. Ίσως η πιο βαριά και mosh μπάντα του fest, έβαλαν σε ρυθμό τους γενναίους που αψήφησαν την απάνθρωπη ζέστη και χοροπηδούσαν σα κατσίκια στο pit. Ένα επιπλέον συγκινησιακό bonus πήραν απ’ την αφεντιά μου, μιας και οι Brutality Will Prevail αποτέλεσαν μια απ' τις πρώτες αγάπες μου την εποχή που άρχιζα να ακούω αυτά τα χάρκορζ.


Brutality Will Prevail

Με ενδιαφέρον παρακολουθήσαμε τους En Mi Defensa από τη Χιλή που δεν ξέραν γρι αγγλικά. Κανένα απολύτως πρόβλημα, αφού το παθιασμένο μελωδικό hardcore τους είπε πολλά και ουσιαστικά. Οι Drom που είδαμε αργότερα στην κεντρική σκηνή έπαιζαν ένα χλιαρό σλατζομέταλ, ενώ για τους Dangers που ακολούθησαν τα έχουμε πει στο live report της εμφάνισής τους στο Μόναχο. Παρά τη ζέστη απέδωσαν τα μέγιστα, η μορφάρα ο τραγουδιστής όργωνε τη σκηνή και σέρφαρε στο κοινό που έφτυνε με τη σειρά του τα πλεμόνια του στο μικρόφωνο. Φανταστική μπάντα με πολύ σωστό attitude και κομματάρες. Έπαιξαν και το "Stay-At-Home Mom" (φάε τα μούσια σου Γιώργο Μ.). Ομορφιές γαμώ.


Dangers


Συνέχεια με τους Σουηδούς καύλες Martyrdod, μια απ' τις ελάχιστες crust μπάντες του φεστιβάλ. Οι τύποι είναι σταθερή αξία στο χώρο, το στήσιμό τους στο σανίδι χύμα και αλήτικο, το βροντερό d-beat και οι σκοτεινές κιθάρες αποτέλεσαν βάλσαμο και ευχάριστη αλλαγή στυλ στο πρόγραμμα. Η εμφάνισή τους άψογη, εγώ ένιωσα πράματα, ο κόσμος παρόλαυτα δεν τους τίμησε ιδιαίτερα με την παρουσία του. Vegan πιτσιρίκια, τι να πεις, πού να καταλάβουν από σκατίλα και παρακμή; [/κωλόγερος mode] Οι Citizen Patrol έπαιξαν hardcore punk με αξιώσεις, αλλά τους ακούσαμε χωρίς να τους βλέπουμε πίσω απ' το tent, ταμπουρωμένοι στη σκιά που έκανε ο πάγκος με τα παγωτά. Ωραία εικόνα, ε; Σε αντίθεση με τους Martyrdod, που έπαιξαν μπροστά σε δέκα-δεκαπέντε νοματαίους, πολύς κόσμος μαζεύτηκε μπροστά απ' το main stage πριν αρχίσουν το σετ τους οι Γερμανοί Wolf Down, άγνωστοι σε μένα. Είχα αρχίσει να παίρνω γραμμή ότι το περισσότερο κοινό συγκεντρωνόταν για να δει μπάντες που υπόσχονταν ξύλο και mosh, και τελικά επαληθεύτηκα. Οι Wolf Down μάς μεράκλωσαν με αρχιδάτο μεταλλικό hardcore, το κοινό είχε αφηνιάσει και ήταν και κάποιος που πετούσε συνεχώς stage divers. Ένας απ' αυτούς μάλιστα κατάφερε μια καλοζυγισμένη κλωτσιά στα μούτρα της ψιλόλιγνης τραγουδίστριας, η οποία παρόλαυτα την πάλεψε σα να μην έγινε τίποτα. Εγώ παίζει και να έβαζα τα κλάμματα αν ήμουν στη θέση της. Γαμώ τα set και οι Wolf Down λοιπόν και όσο βράδιαζε, η αγωνία πριν την εμφάνιση των Catharsis μεγάλωνε...


Wolf Down
Έλα ὀμως που οι Ολλανδοί λεχρίτες Vitamin X με έκαναν να ξεχάσω την ανυπομονησία να δω την αγαπημένη μου μπάντα έβερ και μού έκαναν τα μυαλά σκατά! Έχω πάει σε live, ρε πούστη μου, έχω δει ξεσηκωμένο κοινό σε mosh pit, μέχρι και μάρτυρας σε crowd walking υπήρξα, αλλά τέτοιο πράμα ούτε έχω ξαναζήσει, ούτε και περίμενα ότι θα ζήσω ποτέ. Η μάχη που έλαβε χώρα κάτω απ' τη σκηνή είναι δύσκολο να περιγραφεί. Κανονική βροχή από stage divers, οργασμός χορού και σπρωξιδιού, καθώς και πρακτικών που πρώτη φορά έβλεπα, όπως η δημιουργία μιας ανθρώπινης πυραμίδας στη μέση του πιτ και η σε σειρά παράταξη περίπου δέκα καθιστών στο κέντρο του χαμού, οι οποίοι ήταν ο ένας πίσω από τον άλλο και συντονισμένα επαναλάμβαναν κινήσεις κωπηλασίας! Ο καθένας που βρισκόταν μπροστά έφαγε τουλάχιστον από μία ξώφαλτση και παρόλαυτα όλοι χαμογελούσαν και αγκαλιάζονταν. Μπαλόνια, πλαστικές μπάλες, σωσίβια, ένας φουσκωτός κροκόδειλος και μια φουσκωτή φάλαινα, που από πριν είχαν μοιραστεί στο κοινό, βρίσκονταν συνεχώς στον αέρα. Τόσο χαρούμενο και ζεστό (απ' όλες τις απόψεις) κλίμα ειλικρινά δεν έχω ξαναδεί. Το κεφάτο, θρασαριστό hardcore των Vitamin X εννοείται ότι ήταν η ιδανική μουσική υπόκρουση γι´αυτό το πανηγύρι. Ο τραγουδιστής ήταν μέγας χαβαλές και ήταν όλη την ώρα στην ατάκα, στη φάση που είπε ότι εκείνη τη μέρα ήπιε 3,5 λίτρα νερό χωρίς να κατουρήσει ούτε μια φορά, ταυτίστηκα άσχημα μαζί του. Προς το τέλος, κοντράρωντας στα ίσια τους Agnostic Front, ανέβασαν καμιά πενηνταριά άτομα στη σκηνή, τα οποία όρμησαν ταυτόχρονα πίσω στο κοινό με το που ξεκίνησε το κομμάτι. Μιλάμε για κανονική γιορτή. Υπέροχα πράματα. Μετά το τέλος του σετ τους ένιωθα καλύτερος άνθρωπος.

Οι Catharsis:
Η παραπάνω εντύπωση όμως ήταν μάλλον μια αυταπάτη, δεν ήμουν καλύτερος άνθρωπος, απλά ένιωθα καλύτερα χάρη στην ευφορία που μου προκάλεσε η εμφάνιση των Vitamin X. Μιλώντας όμως για πραγματική βελτίωση του εαυτού μου μέσω της μουσικής, δε μπορώ παρά να σκεφτώ τους Catharsis. Ίσως να ακούγεται ρομαντικό και ηλίθιο, αλλά θεωρώ τη στιγμή που, με αφορμή μια κριτική του split με τους Newborn από τον Αποστόλη Κουρτογιάννη στο Metal Hammer, άκουσα πρώτη φορά Catharsis, μια απ' τις πιο σημαντικές στη ζωή μου, μιας και ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με ήχους και φιλοσοφίες που μέχρι τότε αγνοούσα. Η επίδραση που είχαν οι Catharsis και το μήνυμά τους στον τότε ψυχισμό μου, μπορεί και να ήταν ένα φαινόμενο συγκυριακό, αφού μιλάω για μια φάση της ζωής μου που ζούσα υπό άσχημες συνθήκες και μάλλον μέσα σε αυτήν την κατάθλιψη έψαχνα κάπου νόημα. Παρόλαυτα, μέχρι σήμερα, οι απόψεις μου περί της καλλιτεχνικής υπεροχής και της ορθότητας της φιλοσοφιάς αυτής της μπάντας (και της Crimethinc. ως background κολλεκτίβας) δεν έχουν μετακινηθεί στο ελάχιστο, σε πείσμα του χρόνου και των αλλαγών στη ζωή μου. Ο τραγουδιστής Brian Dingledine, του οποίου τα γραπτά και οι στίχοι με είχαν επηρεάσει πολύ τότε, εξακολουθεί να είναι για μένα ένας σύγχρονος φιλόσοφος κατά του καπιταλισμού, αν όχι προφήτης της μελλοντικής καταστροφής του. Ο μονόπλευρος συναισθηματικός δεσμός μου με αυτή τη μπάντα είναι δυνατός, το να παρευρεθώ σε live εμφάνιση του επί χρόνια διαλυμένου, και πρόσφατα επαναδραστηριοποιημένου, γκρουπ αποτελούσε ένα άπιαστο όνειρο. Και να που ήρθε το Fluff. Με το που διάβασα πριν μήνες το όνομα των Catharsis στο line up, πρἐπει να έσκουζα κάνα πεντάλεπτο μέχρι να με ηρεμήσει η ίδια μου η σιγουριά ότι αυτό δε θα το έχανα με τίποτα.

Ο ήλιος στο Rokycany επιτέλους πέφτει. Οι Catharsis είναι στη σκηνή και κάνουν soundcheck... Μαλάκα, νιώθετε; Ο Brian D., μυστήρια και επιβλητική φιγούρα, υπολογίζει το μήκος του καλωδίου του μικροφώνου του και τεστάρει πόσο "μέσα" στο κοινό θα μπορεί να μπει κατά τη διάρκεια του σετ (εννοείται ότι σε ό,τι έκαναν οι Catharsis δίνω και συμβολική αξία). Ο Brian D. επιστρέφει στη σκηνή, η αγωνία κορυφώνεται, τα βλέμματα όλων είναι καρφωμένα στη μπάντα και μετά από μια ησυχία που δε θυμάμαι πόσο διαρκεί, συμβαίνει η εισαγωγή του "Panopticon". "No retreat! No surrender! Make your life a weapon to sabotage the machine!", οι πρώτες φράσεις που ο Brian D.  απευθύνει στο κοινό. Και μετά οι Catharsis παίζουν... "Passion", "…Obsession", "Exterminating Angel", "What The Thunder Said", "The Witch's Heart", "Bow Down", "Choose Your Heaven", "Arsonist's Prayer", "Sacred And Profane" και κλείσιμο με "Threshold (To Enter The Heart Must Break)" και "Duende". Ύμνοι σε μια επανάσταση που δεν ξέρει κανείς αν θα γίνει, θρήνοι για την καθυστέρησή της, μελοποιημένα επιχειρήματα για την αναγκαιότητά της. Ο Brian D. κατεβαίνει στο κοινό, όσο υπάρχει ακόμα χώρος, και γραπώνει απ᾽τον ώμο έναν-έναν τους θεατές ταρακουνώντας  τους. Όχι σε φάση, "είμαι ο frontman και κάνω παιχνίδι", μα σε μια προσπάθεια αφύπνισης και μείωσης της απόστασης μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού μέσω του αγγίγματος. "Δεν ήρθα εδώ για να στέκομαι σε μια σκηνή", λέει. Στους χρόνους μεταξύ των κομματιών ο Brian D. μιλάει και πετυχαίνω κόσμο που τον ακούει με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Μιλάει για την απελευθέρωση φυλακισμένων αναρχικών, για τη σημασία του σώματος, για την τεχνολογία, για την επιτακτική ανάγκη αντίστασης με κάθε τρόπο, μιλάει με το ίδιο πάθος με το οποίο τραγουδάει και με το λόγο του ανάβει φωτιές στις ψυχές των παρευρισκομένων. Το κοινό σηκώνει τον Brian D. στον αέρα, αυτή η είκονα συνοψίζει για μένα όλη την εμφάνιση των Catharsis: Όταν σταθεροποιείται στα χέρια που τον στηρίζουν, παρατάει το μικρόφωνο, κλείνει τα μάτια του, απλώνεται σε στάση εσταυρωμένου και μοιάζει να αφήνει το σώμα του τελείως ελεύθερο να μετακινηθεί από τον κόσμο. Καλά τα video στο youtube, καλές οι λογοτεχνικές απόπειρες, αλλά τίποτα δεν είναι ικανό να μεταφέρει την αίσθηση του να είσαι εκεί, μαζί με τους Catharsis να δίνουν όλη τους την ψυχή, προκειμένου να μιλήσουν στον καθένα από το πλήθος ξεχωριστά.  

CATHARSIS. ΡΕ. ΜΟΥΝΙΑ.
Υπερβολές; Φανμποϋσμός; Ε, και; Ό,τι και να 'ναι, αν δεν ήταν τέτοιας φύσης η σχέση μου (και πολλών ακόμα) με τους Catharsis, ίσως να μιλούσα για ένα απερίγραπτα έντονο live και για την καλύτερη μπάντα του φεστιβάλ. Με βάση τα δεδομένα όμως, εγώ (και πολλοί ακόμα) μιλάω για εμπειρία ζωής και για την σημαντικότερη μπάντα στον πλανήτη.

Highlights της μέρας: ...

Έχασα ____________, ρε μαλάκα: Jungbluth λόγω μαλακίας, XAXAXA λόγω αργοπορίας, Nothing λόγω πείνας.


Κυριακή:


Με μαζεμένα πλεόν τα κομμάτια μας από τις εντάσεις του Σαββάτου, ανήφορήσαμε για την τελευταία μέρα του φεστιβάλ για συναντήσουμε τη γνώριμη φονική ζέστη και κόσμο που είχε ελαφρώς λιγοστέψει. Αρχικά το μενού είχε beatdown hardcore από τους Γερμανούς Risk It, που ανάγκασαν τους παρευρισκόμενους να χτυπιούνται σε πιτ μεσημεριάτικα. Κύριοι. Έπειτα τσεκάραμε την εμφάνιση των Τσέχων Gride στο main stage, οι οποίοι με καθαρό grindcore με μετέφεραν νοητά στο Obscene Extreme Fest, που μόνο από DVD έχω καταφέρει να παρακολουθήσω. Το ασπρομάλλικο γομάρι στα σκισμένα φωνητικά μιλούσε μόνο Τσέχικα, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο εξωτικό. Όπως και να 'χει, μια βαρβάτη grindcore μπάντα έλειπε απ' τις εντυπώσεις μας, και οι Gride εκτέλεσαν το καθήκον τους στο έπακρο.

Στη συνέχεια αφήσαμε τον κυρίως χώρο του fest για να φτάσουμε στη μικρή σκηνή και να δούμε τους My Turn που είχαν δηλώσει συμμετοχή για να εμφανιστούν. Καμιά δεκαριά 'Ελληνες ήταν ήδη εκεί αλλά και άλλοι είκοσι ξέμπαρκοι. Οι My Turn, αψηφώντας τη ζέστη, έπαιξαν με το trademark κέφι τους, αυτό το κέφι που ξυπνάει τους ανθρώπους και τους κάνει χαρούμενους (εγώ τουλάχιστον χαμογελούσα σα μπούφος καθ' όλη τη διάρκεια). Η μεταδοτική τους ενέργεια κατέστησε δυνατό και ένα σύντομο crowd surfing του Αποστόλη παρά τον αραιό κόσμο, ο οποίος στο "Orange Juice" κράδαινε περήφανα πορτοκαλάδες. Άντε και του χρόνου με περισσότερες ελληνικές μπάντες!

Πίσω στο main stage για Mouth Of The Architect, των οποίων οι πλατιές, γλυκόπιοτες συνθέσεις σε συνδυασμό με τη ζέστη, μάς έριξαν σε μία όμορφη νιρβάνα. Σαν πρώτη σκέψη, οι εν λόγω ποστμεταλλάδες μοιάζουν περίεργη προσθήκη στο line up, άλλα γενικότερα η Κυριακή είχε μεγάλη ποικιλία από διαφορετικούς ήχους, μιας και η μισή Church Of Ra παρέλασε από τις σκηνές εκείνη τη μέρα. Οι πρώτοι ιερείς ή πιστοί ή ό,τι σκατά του Ra είναι τέλοσπάντων, οι The Black Heart Rebellion εμφανίστηκαν στα καπάκια και ήταν για το μπούτσο. Δεν ξέρω αν τα μαστούρικα (παρα-)φωνητικά ή οι κουραστικές και καλά για χάσιμο συνθέσεις με ξενέρωσαν περισσότερο, πάντως τους σιχάθηκα στη στιγμή. Ίσως τους αδίκησε το περιβάλλον τι να πω. Πήγαμε να φάμε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό και επιστρέψαμε στο main stage για τους μεταλκοράδες Xerxes, που είναι δημοφιλής μπάντα αλλά εξίσου κακή. Ήμουν απροετοίμαστος για την ξενέρα, μιας και είχα ξεχάσει ότι πρόκειται για μουσική που δεν πληρούσε ούτε τα ελάχιστα standards για να αποθηκευτεί στα άδυτα του σκληρού μου και είχε σβηστεί μετά από δύο κομμάτια. Ο τραγουδιστής ειδικά δε την πάλευε μία και προς το τέλος ούτε φωνή δε μπορούσε να βγάλει από την εξάντληση. Κανένας οίκτος ρε!

Τα πράγματα όμως έμελλε να βελτιωθούν εντυπωσιακά. Στο main stage και στον αντίποδα των μουσικών κλισέ, της ανεμπνευσιάς και της σκηνικής αδυναμίας εμφανίστηκαν οι Birds In Row,... (wait for it...)... μια απ' τις καλύτερες μπάντες αυτή τη στιγμή. Τι γκρουπάρα ρε πούστη! Τι τραγουδάρες! Παρουσία άψογη, εκτελέσεις αψεγάδιαστες και τα φωνητικά να μοιράζουν πόνο. Ειδικά αυτές οι γαμημένες οι αλλαγές... Η μουσική των Birds In Row εισπνέεται μαλάκα μου, σε κατακλύζει πατόκορφα, μπαίνει μέσα στο σώμα σου και το σώμα σου ανταποκρίνεται σ' αυτούς τους εξωκοσμικούς ρυθμούς μέχρι τελευταίας μυικής ίνας, μέχρι τελευταίου μικρολίτερ αίματος. Δεν καταλαβαίνω πώς στο διάολο το κάνουν αυτό το πράμα ειλικρινά. Αν κάποιος ξέρει μουσική ας μου πει επιτέλους πώς γίνεται οι Birds In Row να γράφουν τραγούδια που (μάλλον) πατάνε σε συνηθισμένες συνθετικές φόρμες, αλλά παρόλαυτα ακούγονται τόσο διαφορετικά και τόσο απείρως καλύτερα από ο,τιδήποτε άλλο. Μόνο εγώ τ' ακούω ρε μαλάκα; Νιώθω σα να παίρνω τρελόχαπα. Τέσπα, δεν περιγράφω άλλο. Να ακούτε Birds In Row για πάντα.

Η συνέχεια στο main stage ήταν για μένα η ιδανική. Ακόμη μία απ' τις πιο λατρεμένες μου μπάντες, οι Between Earth & Sky, είχαν σειρά. Λίγα λόγια για το γκρουπ: ηθύνων νους είναι ο μέγιστος Greg Bennick από τους μέγιστους Trial, στα ντραμς η μουσική πόρνη με το μοναδικό παίξιμο, Alexei Rodriguez (Catharsis, Trial, 3 Inches Of Blood μεταξύ άλλων, ο οποίος όμως δεν ήταν μαζί τους) και στην κιθάρα ένας τύπος από By A Thread (μπαντάρα). Μοναδική τους κυκλοφορία (πέρα από ένα 4-way split που έδινε το zine "At Both Ends") το EP "Of Roots And Wings", το οποίο κυκλοφόρησε το 2011 και ήταν ΤΟΣΟ καλό, ώστε τότε δεν κατάφερα να γράψω λέξη. Το ύφος τους θυμίζει αρκετά Trial, άλλα είναι πιο μελωδικό και ατμοσφαιρικό, οι συνθέσεις είναι τους λιτές μα τρομερά πιασάρικες, το κόνσεπτ τους αφορά αναζητήσεις γύρω απ' τη ζωή και το θάνατο και οι στίχοι του Bennick, γεμάτοι με φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς στοχασμούς, δε γίνεται να μην αγγίξουν και να βάλουν σε σκέψεις κάποιον. Αυτοί οι τύποι λοιπόν βγήκαν στη σκηνή. Ο Greg Bennick ήταν γλυκύτατος όταν απευθυνόταν στο κοινό και ηγέτης όταν τραγουδούσε. Μιλούσε πολύ ανάμεσα στα κομμάτια, αλλά ακουγόταν τόσο ειλικρινής και ανθρώπινος, που έκανε την εμπειρία του σετ των Between Earth & Sky ακόμα πιο έντονη. Έλεγε πράματα απλά και ίσως αυτονόητα, πράγματα που όμως άλλοι δε λένε. Ανέφερε ότι είχε κάνει και απόπειρα αυτοκτονίας (όπως και σχεδόν όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας), το ανέφερε χωρίς ίχνος ποζεριάς, μα για να τονήσει πόσο προσωπική είναι η τέχνη τους και για να δώσει ελπίδα σ' αυτούς που τον άκουγαν. Πραγματικά υπέροχος τύπος. Έπαιξαν όλο το αθάνατο EP τους και το απίστευτο κομμάτι "Skin And Stone" απ' το split, ο κόσμος που τους ήξερε βρισκόταν σε έκσταση και κυνηγούσε συνεχώς τον Bennick για να τραγουδήσει στο μικρόφωνο. Τη στιγμή που ουρλιάξαμε το "betraaaaaaaaaaaaaaaaaayyyed!!!!!!" στο "Of Roots And Wings" θα τη θυμάμαι για όλη μου τη ζωή. Ουφ.


Between Earth & Sky

Μετά απ' αυτή την καταπληκτική εμφάνιση συνεχίσαμε με Church of Ra σέσχιονς vol. II, αυτή τη φορά με τους Hessian. Δε μπορώ να πω και πολλά, αφού το tent stage ήταν γεμάτο κόσμο, οπότε απλά ακούσαμε μερικά κομμάτια έξω από τη σκηνή. Είναι ωραίο μπαντάκι όμως, όπως διαπίστωσα. Μ' αυτά και μ' αυτά, φτάνουμε στην τελευταία μπάντα που όντως καταφέραμε να δούμε, τους Coliseum. Ελάχιστος κόσμος μαζεύτηκε να τους δει, ντροπής πράματα. Εδώ που τα λέμε, αν φέτος δε με είχε κεραυνοβολήσει όπως με κεραυνοβόλησε το "Sister Faith" ούτε γω θα τους έβλεπα. Το σετ τους με ικανοποίησε στο έπακρο, έδωσαν βάση στις τελευταίες δουλείες τους και δόνησαν κορμιά με το bluesy και βρωμιάρικο hardcore τους. Με την άνεση και την ειλικρίνεια ανθρώπων που έχουν φάει τη σκηνή με το κουτάλι, με τη θέρμη της φωνής του Patterson, τις γλυκόπικρες μελωδίες, τον ήλιο να δύει και τη σκόνη που σηκώθηκε στα αμέτρητα mosh pit των τριών αυτών ημερών, να στρογγυλοκάθεται ικανοποιημένη ξανά στο έδαφος, έκλεισε για μας το Fluff Fest 2013. Τους headliners της μέρας, τους Strike Anywhere, ούτε μας πέρασε από το μυαλό να τους δούμε, αφενός γιατί έπρεπε να γυρίσουμε καπάκια Μόναχο, αφετέρου γιατί, 'ντάξει, μετά απ' όλα αυτά, κλάιν τώρα.


Coliseum

Highlights της μέρας: Το ξύλο στους Brutality Will Prevail, ένα σύννεφο που έκρυψε τον ήλιο για 20 δευτερόλεπτα, το ελληνικό λόμπυ στους My Turn, o Greg Bennick, ο Ryan Patterson, οι Birds In Row.

Έχασα ____________, ρε μαλάκα: Hessian λόγω πολυκοσμίας, Oathbreaker λόγω ακόμα χειρότερης πολυκοσμίας.

Εντάξει μέχρι εδώ; Λοιπόν περάσαμε φανταστικά, τόσο που δε βλέπω την ώρα να ανακοινωθεί το line up για το επόμενο Fluff. Είδαμε, ακούσαμε και φάγαμε πράγματα που δεν περιμέναμε ποτέ και ξανανιώσαμε όχι μόνο χάρη στη μουσική, μα και στο ήθος και την ευγένεια του κοινού. Μαζέψτε κόσμο και κάντε κάτι για να είστε εκεί τον Ιούλιο του '14, είναι αξέχαστη εμπειρία. Και του χρόνου με Umlaut, ικανούς τους έχω.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ - ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ - VEGAN ΓΥΡΟΣ

Βαγγέλης Ε.



1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

1)ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΖΕΣΤΗ! Μετά από σχεδόν δύο μήνες νιώθω ακόμα βιασμένος. 2) Birds in Row. Μόνο. 3) Εντάξει, όχι μόνο. Είδαμε πολύ ωραία λαιβ, αλλά καταντάει αηδία οι μισές μπάντες να παίζουν ακριβώς τα ίδια κομμάτια (βλ. καγκουροχαρντκοράδες ψευτομαντμπολ) 4)Ο περισσότερος κόσμος ήταν λες και τους μάζεψαν από κανα λύκειο εκεί στο χωριό, τους βάρεσαν τρια τέσσερα ταττου οτι να ναι, και τους έβαλαν και ένα μπλουζάκι μπάντας. Η φάση βρομάει αηδιαστική μόδα. Μεγάλη ιστορία 5) Βιγκαν Φαητερς