
Οι 10 To Go από τη Λάρισα είναι οι τύποι που θα σου χαρίσουν γύρω στις
πενήντα χύμα κόπιες του EP τους (χωρίς artwork εννοείται) και δε θα
παίζει καμία. Είναι επίσης τα άτομα που θα ανεβάσουν το πρώτο τους full
length στο bandcamp και οι τίτλοι των κομματιών θα έχουν λάθη.
Ταυτόχρονα, είναι μια από τις ελάχιστες εγχώριες μπάντες που θα μπορούσε
να ανοίξει επάξια ένα live Propagandhi και ένα γκρουπ που θα λιώσει για
να φτιάξει τέρμα πορωτικά βίντεοκλιπ. Όλα τα παραπάνω είναι τρου
στόριζ.
Μετά το πολλά υποσχόμενο ομώνυμο EP που κυκλοφόρησαν πριν
δύο χρόνια, οι 10 To Go στο "All In Something Failed" εμφανίζονται
λιγότερο σαματατζήδες, αλλά φουλ βελτιωμένοι και δεμένοι και φαίνονται
έτοιμοι να παίξουν μπάλα με τους καλύτερους του μελωδικού πανκ ροκ. Ο
δίσκος ξεκινώντας, σε πιάνει κατευθείαν απ' τα μούτρα με το εναρκτήριο
"Your Choice" που μπαίνει με ένα τελείως Propagandhi riff και συνεχίζει
το ίδιο τροπάρι χωρίς διακοπή για ανάσες. Η συνέχεια παραμένει εξίσου
εντυπωσιακή και το άλμπουμ κυλάει υπέροχα με συναισθηματικές συνθέσεις,
νεανική καύλα, riff-άρες και πολύ πιο δουλεμένες και ισορροπημένες (σε
σχέση με το παρελθόν) εναλλαγές βραχνών και μελωδικών φωνητικών με άψογη
προφορά. Επίσης, η αγάπη της μπάντας για το ska γίνεται πλέον προφανής
με τρία τραγούδια τέτοιου στυλ, μη φανταστείτε όμως Πατρινό καρναβάλι με
καραμούζες, μαυροδάφνες και λοιπά, μιλάμε για πάνκικη ρέκλα με
κιθαράρες, κάτι σαν απολιτίκ, έφηβοι Inner Terrestrials.
Τα
τραγούδια είναι όλα ένα κι ένα, με προσωπικά αγαπημένα τα "Fast Love",
"Lose Your Shadow", "Who You Are" και το χιτάκι "Something Ain't Right",
για το οποίο κυκλοφόρησε και αυτή
η βιντεοκλιπάρα. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα, αυτοί που
ψήνονται με μελωδικό πανκ ροκ και δε χαλιούνται από την Αμερικανίλα και
την πιο ποπ/συναυλιακό ροκ προσέγγιση θα βρουν την υγειά τους μ' αυτή τη
δισκάρα, τα τραβάει και η εποχή τέτοια ακούσματα εξάλλου. Ενδώστε.
http://10togoband.bandcamp.com/
Βαγγέλης Ε.

Η συχνότητα με την οποία ο Θάνατος ξετρυπώνει στις απρόσεχτες μέρες μου
τελευταία (καμία μέρα δεν είναι προσεχτική αν δεν υποτάσσεται
εννοιολογικά σε αυτόν), είναι μεγάλη. Αρκετά μεγάλη, αν τη φέρω σε
σύγκριση με την κείμενη πενταετία. Το λοιπόν... Όταν εγώ σκέφτομαι το
γέρο-Θάνατο νιώθω πολύ οκ, γιατί έτσι κρατάω καλά στο μυαλό την αλήθεια
για τη φύση του. Αυτή λέει πως δεν υπάρχει. Όταν όμως εκείνος σκέφτεται
εμένα και μου τραγουδά μέσω αντιπροσώπων, θέλει να με νικήσει στο
παιχνίδι μου θυμίζοντάς μου το αναπόφευκτο.
Και ενώ εξακολουθώ να μετατρέπω τις "κριτικές" μου σε εκθέσεις ιδεών, οι Artificial Brain λαγοκοιμούνται με τον αέρα ήρεμης δύναμης, οι Morbus Chron... τι σκατά να πω για τους Morbus Chron... οι Lvcifyre με ταράξανε, και οι Pyrrhon με κεντρίσανε βαθιά, και όλα αυτά καθώς το νέο Dead Congregation
μας χτυπάει την πόρτα. Ντάξει, το death metal πανηγύρι δεν περίμενε το
2014 για να γίνει. Απλά η ποιοτική του 2014 είναι πιο κοντά στις
προσωπικές μου απαιτήσεις.
Όμως. Ό-Μ-Ω-Σ φίλοι... η ικανοποίηση της χρονιάς (απ αν’τίλ νάου) θέλει πρόσωπο δίπολου του οποίου το θετικό άκρο το κρατούν οι Morbus Chron,
για τους οποίους τι σκατά να πω. Το αρνητικό άκρο έπρεπε να είναι
καταραμένο, ανίερο και επιλήψιμο. Πρέπει να έρθει για να σφραγίσει τις
ανησυχίες μου, να τις επιστεγάσει. Στο πρόσωπο δύο ανίερων καθαρμάτων
που μπολιάζουν στο έργο τους ακόλαστες ρήσεις με στίχους από λογοτεχνικά
έργα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι για το τι ή αν κρύβεται κάτι
περισσότερο κάτω από το προφανές εντερικό και βδελυρό προσωπείο, όπως
ακριβώς θα έκανε ο μυστικισμός. Μία θέση που στα μάτια μου ενισχύεται
από το σημάδι της Noevdia που περίτρανα μπορούν να μοστράρουν.
Λοιπόν,
λοξοδρομώ για λίγο. Έχετε δει το "Batman: The Dark Knight" του Nolan;
Καλά σίγουρα το έχετε δει. Πάρ’τε τώρα και κριτική κινηματογράφου. Μεχ.
Όχι κακό, σίγουρα, αλλά μεχ. Το λοιπόν, σε μία σκηνή ο Joker λέει πως η
σχέση του με τον ήρωά μας είναι αυτή που θα είχαν μία ασταμάτητη δύναμη
με ένα ακλόνητο αντικείμενο τη στιγμή της επαφής τους. Πάντα φανταζόμουν
αυτή την εικόνα σαν ένα κύμα κοσμικής ακτινοβολίας που προσκρούεται σε
ένα λαμπερό και συμπαγή κύβο από κάποιο γυαλιστερό ασημένιο υλικό. Τώρα,
ας το χαλαρώσουμε λίγο το πράμα και ας μην δώσουμε και την ιδιότητα του
αδιαπέραστου στο ακίνητο σώμα. Ας έχουμε μία θύελλα και ένα βάλτο, μία
θεομηνία που χτυπά μόνο ένα άκοσμο, βρωμερό και λασπωμένο μέρος.
Οι Teitanblood
μελοποίησαν την εικόνα ξεπερνώντας το πρόβλημα του συλλογισμού. Το να
είσαι στο κέντρο ενός λασπερού βάλτου την ώρα που η τελειότερη θύελλα
έρχεται να χτυπήσει. Όταν αυτά τα drums, οι σταγόνες της βροχής, οι
κεραυνοί και τα μπουμπουνητά της, όταν τα riffs, ο αδυσώπητος αέρας, και
τα φωνητικά, η λυσσασμένη ανάσα του Θανάτου, κινούνται μοναδικά με
σκοπό να βαφτιστούν και να αποβληθούν σαν άρρωστο βρέφος μέσα στην
ακλόνητη σταθερότητα του βάλτου. Του βάλτου που σαν την παραγωγή του
δίσκου, θα απλώσει και θα μεστώσει την οργή σε όγκο. Θα την δεχτεί και
θα της επιτρέψει να κάνει όσα θέλει και μπορεί χωρίς όμως να ξεφύγει από
το χώρο που της έδωσε. Κίνηση και ύλη. Δημιουργία, μέσα και έξω από την
άβυσσο. Πριν και μετά το θάνατο και τη ζωή. Μη μπερδεύεστε για το ποιο
είναι ποιο, αλλά για το ποιό από τα δύο ζούμε. Ταχύτητα, ακατέργαστα
leads και κτηνώδης συμπεριφορά σαν αυτή της επιβίωσης. Το drumming είναι
αγχώδες και φιλοπόλεμο. Όμως ξανά και ξανά και ξανά, τίποτα δεν θα το
άκουγα όπως τώρα αν δεν ήταν έτσι η παραγωγή. Γαμώ το κέρατό μου δηλαδή.
Τι διαολεμένη ατμόσφαιρα είναι αυτή; Ένα παραπέτασμα από πιτσιλιές
λάσπης, ένας κοφτερός βούρκος, μία τσιμεντένια θέληση να απλώσει την
ορμή της μουσικής όσο περισσότερο γίνεται. Τέλος. Αυτό είναι το "Death"
για εμένα. Ένα κραυγαλέο συνονθύλευμα δύναμης και ορμής, ανίερης ανάγκης
για βλασφημία. Για ζωή και θάνατο. Για την πτώση και το τράβηγμα πίσω.
Οπότε, να σου η επιβεβαίωση. Η σφραγίδα των εικασιών μου. Το δίπολο που ήθελα για να ικανοποιηθώ μέχρι τώρα, συμπληρώνουν οι Teitanblood.
Η επιστέγαση των σκέψεών μου εμφανίζεται ξεδιάντροπα χωρίς κανένα
μασκάρεμα. Δεν έχει τίτλο, το όνομα της είναι η ιδιότητά και η ταυτότητά
της, οι αντιπρόσωποί της είναι Ισπανοί, αν είναι δυνατόν. Ισπανοί...
Θυμάσαι Αντώνη Δ., τότε στη Θεσσαλονίκη που γελάγαμε χωρίς να μπορούμε
να βρούμε μπάντα από εκεί που να ακούγαμε κάποτε και ακόμα; Λέγοντας
μέσα σε αμπελοφιλοσοφίες πως οι Ισπανοί είναι ο πιο αποτυχημένος μέταλ
λαός; Γιατί χάθηκες ρε μαλάκα;
http://www.noevdia.com/
Γιώργος Κ.

Είναι μεγάλο το βάρος της εισαγωγικής πρότασης, όταν έχεις να γράψεις
στο blog για κανα δίμηνο. Πρέπει να πετάξεις με τη μία τους άσσους από
το μανίκι για να κρατήσεις τον αναγνώστη, να του θυμίσεις ότι εδώ είναι η
φάση η καλή. Υπάρχει λοιπόν εδώ και μέρες ένα μικρό ανθρωπάκι που μου
γαργαλάει το περίνεο, τσιρίζοντάς μου "γράψε κάτι έξυπνο". Από τη μία
σκέφτομαι να του πω ότι είναι γελοίο να κάνω τόσο κόπο για μια εισαγωγή
που θα διαβάζω εγώ με τον φίλο μου το Βαγγέλη (ο Γιώργος Κ. αγνοείται),
αλλά από την άλλη το γαργαλητό στ' αρχίδια είναι ωραίο, οπότε το αφήνω
να κάνει τη δουλειά του. Η χρήσιμη πληροφορία της εισαγωγής αυτής, είναι
ότι το περίνεο είναι εκείνη η περιοχή μετά τα αρχίδια και λίγο πριν τα
διόδια (ή αντίστροφα, ανάλογα από πού έρχεσαι).
Με τέτοια
εισαγωγή βέβαια το πιθανότερο είναι ότι στο μανίκι κρυβόταν ένα ψηφιακό
ρολόι που ψώνισες από την πλατεία Βάθης, αλλά δεν έχει σημασία, τη φόλα
τη φάγατε ήδη. Ο λόγος που γίνεται όλη αυτή η μανούρα είναι γιατί θέλω
να γράψω δυο-τρεις γραμμές που να λένε ότι πολύ μου αρέσει το split Dyspnea/Unfit Earth,
πριν το γράψει κανένας άλλος. Το βινύλιο λοιπόν θα κυκλοφορήσει σε
λίγες μέρες, αν και έχει ανέβει στο bandcamp εδώ και κάμποσο καιρό. Οι Dyspnea,
που ανοίγουν το δίσκο, πατάνε σε αυτόν τον mid 00's μουντό crust ήχο
που έχει ένα εξτραδάκι στα μπάσα σε σχέση με τις πριμαδούρες που
βρίσκουμε σε πιο κάτσα-dis καταστάσεις. Παρόλα αυτά στα προηγούμενά
τους, κιθαριστικά κρατούσαν d-beat γραμμή, κάτι που στο split αυτό
φαίνεται να έχει υπαναχωρήσει, χάριν μιας πιο ατμοσφαιρικής
neo-crust πλευράς. Διόλου κακό όμως, γιατί οι μελωδίες τους είναι αρκετά
ευχάριστες και ταιριάζουν στην mid tempo λογική που παίζουν εδώ.
Στη δεύτερη πλευρά σε κοντινό μουσικά στυλ, βρίσκουμε επιτέλους κάποια παραπάνω κομμάτια από τους Unfit Earth, μετά από εκείνο το γαμάτο 7άρι split με τους Πατρινούς ήρωες Dirty Wombs,
τους οποίους αυτοβούλως σπονσοράρει το Projekt Fishtank. Οι Βολιώτες
αυτοί εδώ λοιπόν, ακολουθούν το μεταλλάδικο neo-crust μονοπάτι που
οδηγεί σε εξίσου σίγουρη αγάπη από τους συντελεστές του blog. Ξέρω ότι
ρισκάρω να παρεξηγηθώ λέγοντας το όνομα Fall Of Efrafa,
καθώς αν ψάχνει κάποιος για παρόμοιο ήχο, πιθανώς να απογοητευτεί. Δε
μπορώ να μην παραδεχτώ όμως, ότι μου έχει καρφωθεί πως χωρίς τους
προαναφερθέντες Άγγλους, οι Unfit Earth πιθανά να
έπαιζαν κάτι διαφορετικό. Και δε φταίει μόνο το 10λεπτο κομμάτι που
κλείνει την πλευρά τους, αλλά και η γενικότερη συνθετική δομή των
κομματιών, που είναι κάργα ατμοσφαιρική με παύσεις και εξάρσεις και
βαριά φωνητικά και d-beat τύμπανο και όλα τα όμορφα που όσοι ξέρουν να
χρησιμοποιούν σωστά, διαπρέπουν στις καταλήψεις και στις μοτοπορείες.
Έτσι
κάπως φτάνω στο κλείσιμο του κειμένου, το οποίο φαντάζει το ίδιο
δύσκολο με την εισαγωγή. Τα τικ του επιθεωρητή Dreyfus θολώνουν την
όρασή μου, αλλά πρέπει να γράψω κάτι άχρηστο, σαν τα αυτοκολητάκια στα
cd της Relapse. Α ναι, "For fans of Έρημος-Επιθανάτιος Ρόγχος"...
http://scullcrasherrecords.bandcamp.com/album/dyspnea-unfit-earth-split-lp
http://dyspneacrustcorilas.blogspot.gr/
http://unfitearth.wordpress.com/
ΥΓ: Η κυκλοφορία είναι co-released από Scarecrow, Sabrota D.I.Y, Scull Crasher, True To The Game, We Don't Fight It, Weird Face Prod. και τις μπάντες που συμμετέχουν.
Ι. Χ.

"Minerva Superduty" λέει. Από Καλαμάτα λέει. Όχι, για
να μη λέτε, εγώ το έψαξα το "superduty" και βρήκα ότι είναι αγροτικό
μοντέλο της Φορντ. Και ξέρουμε ότι το "μινέρβα" είναι μάρκα ελαιόλαδου,
οπότε μάλλον έχουμε να κάνουμε με τέσσερις ελαιοπαραγωγούς που βάφτισαν
τη μπάντα τους όπως το αμάξι με το οποίο μεταφέρουν μπιτόνια καλαματιανό
λάδι. Ή αυτό, ή απλά κάπνισαν υπερβολικά πολύ από κάτι άλλο καλαματιανό
(ΓΙΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΤΥΠΟΥ ΧΑΣΙΣΙ ΛΕΩ, ΤΟ ΠΙΑΣΑΤΕ Ε-ΧΕ-ΧΕ-Ε????). Τώρα που το
σκέφτομαι, η δεύτερη εκδοχή μοιάζει πιο πιθανή, αν λάβουμε υπόψιν ότι
έχουν τιτλοφορήσει κομμάτι "Τσάκωνας Emperor". Εκτός κι αν δεν εννοούν
τον εθνικό μας ηθοποιό, αλλά τον κάτοικο της Τσακώνας, που ίσως παράγει
κι αυτή καλό λάδι. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εκ' πρώτης όψεως, αυτοί
οι μυστήριοι τύποι θέλουν να μας μπερδέψουν και να παίξουν με τα νεύρα
μας.
Πατώντας το play όμως, τα πράγματα γίνονται απλά και
ξεκάθαρα. Με το που κυλήσουν τα πρώτα δευτερόλεπτα αυτού του EP,
καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για δουλειά με ατμόσφαιρα αγαπημένη
και γνώριμη και εκτέλεση με προσοχή στη λεπτομέρεια και απόλυτα
πειστική. Οι Minerva Superduty παίζουν μουγγό post
metal/sludge. Είναι απ' αυτούς τους θαρραλέους που δεν ενδιαφέρονται να
πάρουν έξτρα πόντους από τη χρήση φωνητικών και είναι διατεθειμένοι να
αφήσουν τις συνθέσεις να κουβαλήσουν όλο το βάρος της προσοχής, ακόμα κι
ενός κυνικού ακροατή. Και πράγματι, αυτές οι συνθέσεις αποδεικνύονται
σκληροί χαμάληδες και κρατάνε απ' την αρχή ως το τέλος το ενδιαφέρον του
απαιτητικού μαλάκα μας. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζει και η δομή των
κομματιών, όπου έχουμε εμπνευσμένες κιθάρες, μικρές διάρκειες και
σπασμωδικές αλλαγές, οπότε αποφεύγονται ερωτήσεις όπως "άλλαξε το
κομμάτι;" και "πόση ώρα κρατάει;", καθώς και η υπνηλία που συνήθως
προκαλούν (τουλάχιστον σε μένα) πολλές μπάντες του ιδιώματος. Με το να
μου φέρνουν στο μυαλό το αλλοπρόσαλο των The Austerity Program, την επικούρα των Capricorns και το ματζέστικ των παλιών Intronaut, οι Minerva Superduty σίγουρα κάνουν κάτι σωστά.
Τέλος,
όσον αφορά στα φωνητικά, δεν ξέρω ρε γαμώτη, αυτό το EP είναι τόσο καλό
που δεν μου πάει η καρδιά να πω ότι θα το προτιμούσα με φωνή. Δε μπορώ
καν να καταλήξω αν θα ήταν όντως καλύτερο με φωνητικά. Όπως και να 'χει
όμως, εμπιστεύομαι τους Minerva Superduty, οπότε είμαι
σίγουρος ότι στο μέλλον θα κάνουν ακριβώς αυτό που πρέπει, για να μας
γαμήσουν τα κεφάλια όσο το δυνατόν περισσότερο και να συνεχίσουν να μας
προμηθεύουν με το καλύτερο ελληνικό λάδι.
http://minervasuperduty.bandcamp.com/
ΥΓ: Φανταστικό εξώφυλλο, ορίστε και το σάιτ του καλλιτέχνου: http://www.kavounis.gr/
Βαγγέλης Ε.

Η συγκεκριμένη αναζήτηση δεν εμπίπτει -μιας και δεν είναι ευκόλως
κατηγοριοποιήσιμη, και επομένως δεν είναι ευκόλως ταξινομήσιμη- στο
στερεοτυπικό πλέον τρόπο που ανταποκρίνομαι σε μία παρόμοια της. Αυτό
γιατί ποτέ δεν αντιμετώπισα το όνομα σαν μία οντότητα, και έτσι δεν
υπήρχε ποτέ ένα συναίσθημα σταθερότητας αναφορικά του. Ίσως λάθος, αφού
υπάρχει επάρκεια επιχειρημάτων για να αντιμετωπιστεί ο ισχυρισμός, όμως
για μένα αυτό αποδείχθηκε ιδιαίτερα λειτουργικό, και ίσως αρκετά
προσοδοφόρο, αφού καθόρισε τις όποιες "απαιτήσεις" μου.
Προτιμούσα
να βλέπω αυτή την τερατογένεση σαν ένα οργανισμό που μπορεί να
καταχράται τους κανόνες της φύσης και να προσαρμόζεται στο περιβάλλον
του έγκαιρα αλλάζοντας μέλη με εκείνα που θα τελέσουν σωστότερα το έργο
στο οποίο ο εγκέφαλος πλέον απασχολείται, χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψει
χρόνο και ενέργεια για να μάθει και να αναπτύξει εσωτερικούς μηχανισμούς
και τεχνικές που θα του εξασφάλιζαν τα μέσα για την περάτωση του. Έτσι η
απόσταση που χρειάστηκε να καλυφθεί στη διάρκεια της ζωής του έγινε με
την καταλυτική δράση των έκτακτων αλλαγών του συστήματός του. Σαφώς
λοιπόν, δεν έχω στο μυαλό μου τους Twilight σαν συγκρότημα, παρά σαν μία τέτοια "μηχανή".
Αυτή
η μηχανή λοιπόν λειτούργησε με μία τέτοια λογική. Οι αλλαγές του ύφους
από κάθε δίσκο σε επόμενο είναι κατάστικτες. Από την πιο ωμή και
σκοτεινή, γδαρμένη μουσική που ακούς στο ντεμπούτο τους μέχρι την πιο
"κατασταλαγμένη" και ποικίλη μετα-προσέγγισή της στο δεύτερο δίσκο
φτάνει στην παραδομένη, αργή και τελεσίδικη του τελευταίου. Ο οποίος,
σαν μία φάρσα, μού ακούγεται πιο ενωτικός, πιο μοναδικός και πιο
προσωπικός από τους προηγούμενους δύο. Είναι αναγνωρίσιμος για τον τρόπο
του και όχι για τα μέλη του, με το μένος του κατευθυνόμενο και
διαχεόμενο ταυτόχρονα από αυτά.
Ο πρώτος δίσκος διαμόρφωσε την
ιδέα, κάποιες δυνάμεις έγιναν ο πυρήνας και το αποτέλεσμα αποδιδόταν
μέσα από ηχητικά κουβάρια. Στο δεύτερο κάθε μέλος έκανε κάθε κομμάτι
δικό του δίνοντας πολλαπλές προσωπικότητες. Εδώ παρουσιάζεται μία. Πιο
αργή, πιο παραδομένη, πιο εσωτερική με σταθερότερους ρυθμούς ξύνει όχι
την επιφάνεια αλλά όσα καλύπτει. Ο θόρυβος που κρατάει την industrial
ρυθμική μονοτονία ακολουθεί και ακολουθείται από doom κιθάρες και
στρυφνές μελωδίες δίνοντας μία πιο νερωμένη Ved Buens Ende
παράσταση. Σωματικά μπορείς να ανταποκριθείς στο δίσκο, τρόπον τινά,
χορεύοντας, εσωτερικά μπορείς να θερμαίνεσαι και όταν το τραγούδι το
απαιτήσει, να πυροδοτήσει το γνώριμο μαύρο χάος και να ξεκινήσεις να
φλέγεσαι.
Προσωπικά, αυτή η περίεργη δυναμική του κάνει το δίσκο
να ξεχωρίζει. Αυτός ο έλεγχος που έχει μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων
δεν επιτρέπει να τον καθορίσω. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχω μία
δουλειά με χαρακτήρα από μία μπάντα (ή μηχανή) που δεν περίμενα (ίσως
και δεν με ένοιαζε) να μου τη δώσει, με κρατάει σε ένα πολύ γλυκόπικρο
μέσο από το οποίο δεν θέλω να βγω. Και αυτό υποβοηθάται από τη χαρά που
έδωσε η αποδοτικότατη συμμετοχή του Thurston Moore. Έχοντας όλα αυτά
λοιπόν στο ενεργητικό τους, το "III: Beneath Trident's Tomb" είναι ένα
εξαίρετο αντίο για τους Twilight.
http://www.centurymedia.com/
Γιώργος Κ.

Αν οι Morbus Chron (και μάλιστα χωρίς να έχουν μία
προσωπικότητα σαν αυτή του Schuldiner) κάνουν ένα άλμα τόσο μεγάλο στον
επόμενο δίσκο όσο και στο φετινό, ακρωτηριάζοντας ακόμα περισσότερο την
ταμπέλα του death metal, θα έχουμε να κάνουμε με τους δικούς μας Death, της γενιάς μας, you know. Τώρα, κάτι φοβερό πρέπει να μαγειρεύεται στο νέο Teitanblood. Το κομμάτι που δημοσίευσαν ήταν κολαστήριο ψυχών και μάγκες, το Epistastis θα κόβει κώλους. Επόμενο τώρα, τώρα, το Triptykon δεν το άκουσα ακόμα αλλά ελπίζω στα καλύτερα. Μαςς ριβιούινγκ ιζ δε νέημ. Οι Epistastis όμως (ενωτική πληροφορία, βοηθά στη συνοχή), οδηγούνται στο στόχαστρο και από δεύτερη πηγή, αυτή των Pyrrhon, μιας και οι δύο μπάντες μοιράζονται μέλος. Και να 'μαστε στους Pyrrhon με τους οποίους θα ασχοληθώ.
Το
εξώφυλλο με αρρώστησε. Και η μουσική το ίδιο. Διπλά εύσημα εκεί, επειδή
δεν αφήνεται στην παρορμητική του δράση αλλά εκμαιεύει το περιεχόμενο.
Το οποίο είναι πλουσιοπάροχα διανθισμένο με πλήθος νευρικών απολήξεων
εκτεθειμένων στον αέρα και τα ζωύφια της πόλης, της θλίψης και της
σκέψης. Η τεχνικώς μαινόμενη πλευρά του δίσκου είναι ένα σεμινάριο από
μόνη της, και οι επιρροές θα μπορούσαν να καλύψουν ένα εύρος από τους Ulcerate στους Portal, ενώ κραυγές από σχισμένες Voivod-ικές θα έλεγα φτάνουν μέχρι τη βοθριλοεντερική χροιά των Nile.
Στις φρέσκιες φουρνιές του χώρου, ο δίσκος είναι ένα tech-death
βυρσοδεψείο που αφαιρεί όχι το δέρμα από το σώμα, αλλά την αύρα από το
δέρμα. Τεχνικά όλα γλιστρούν προς τη δυσαρμονία, την πιο μελωδικά
αδύναμη γραμμή, που αγαπημένος της σκοπός είναι να ζεσταίνει την άβολη
θέση στην οποία θα σε βάλει να κάτσεις. Ένα βορβορώδες αποτέλεσμα που
συνδυάζει τον τρόμο και τη σκέψη μακριά από αυτόν, όμως γεννημένη
εξαιτίας του.
Δυσκολεύομαι να μην αναφερθώ στην αδιάλειπτη
μεθόδευση των τελευταίων χρόνων στις τεχνικές και στο στήσιμο που
χρησιμοποιούν οι Γάλλοι ψάλτες Deathspell Omega,
υπαίτιοι της ισχυρότερης τερατογένεσης που πέρασε από το μουσικό
παραπέτασμα. Αυτό, συμπληρώνεται με ονόματα, και παρότι δίπλα στο πρώτο
δε μπαίνει κανένα, από κάτω αρχίζει να σχηματίζεται ένας καλός αριθμός
αιρετικών. Οι Pyrrhon (τσεκάρετε σαν γρήγορο παράδειγμα
το "Eternity In A Breath") εμπίπτουν και αυτοί της κατηγορίας. Μέχρι
τώρα το μόνο που με νοιάζει για τους Pyrrhon είναι να μην έχουν αντίστοιχη των Ulcerate αναποδιά (λόγω της Relapse), τους οποίους μού θυμίζουν περισσότερο από όλους.
http://pyrrhonband.bandcamp.com/
Γιώργος Κ.

Έχω την ανάγκη να γράψω για αυτό το δίσκο όσο γρηγορότερα γίνεται. Να
τον καταπιώ αμάσητο ρε φίλε, να μην κάτσω να σκαλίσω τίποτα, να
προσπαθήσω να μιλήσω για αυτόν ενόσω καίγομαι ακόμα από τις πρώτες
ακροάσεις. Ο χρόνος όμως δεν είναι αρωγός αυτής της επιθυμίας καθότι στο
συγκεκριμένο σύστημα μετράται τυπολατρικά και μονοδρομεί από νότα σε
νότα και τραγούδι σε τραγούδι. Έτσι κάθε στιγμή με βρίσκει πιο κοντά στο
δίσκο. Ήδη μέχρι να τελειώσω αυτή την παράγραφο θα είμαι πιο μακριά από
την αφετηρία, θα μπορώ να αναλύσω (αναλυθώ) καλύτερα, θα ξέρω πού και
τι λαμβάνει χώρα. Η γνώση θα μειώσει την αίσθηση, καθώς κάθε συναίσθημα
θα κολλάει πάνω σε μία λέξη, κάθε πέρασμα ή αλλαγή θα παίρνει ένα
χαρακτηρισμό. Και οι λέξεις έχουν γίνει τετριμμένες, δύσκολα γίνονται
πιστευτές ή το νόημά τους ακούγεται. Γιατί όμως αυτή η κάψα; Γιατί
αξίζει η αναφορά στους Slowly Rolling Camera να έχει τη λάμψη που θα είχε μία πρώτη κριτική σε όλα όσα τους συγκρότησαν.
Κάθε
σκηνή έχει τη βρωμιά της. Δεν αναφέρομαι στη συναισθηματική ή ηχητική.
Αναφέρομαι στην εφήμερη δημιουργία, στην αντιγραφή, στα γίδια που η
όποια δισκογραφική πλασάρει και στα καθυστερημένα τέκνα της ανθρώπινης
διανόησης που η δεξιοτεχνία τους σε κάποιο όργανο τους ενθάρρυνε αρκετά
ώστε να την επιδείξουν και σε ανθρώπους εκτός οικογενειακού κύκλου.
Τώρα, κάθε μέτρηση χρειάζεται ένα όργανο και κάθε όργανο χρειάζεται ένα
εύρος τιμών. Ο βρωμομετρητής (αυτιά) είναι βιολογικός, οι τιμές
καθορίζονται από τα ίδια τα δείγματα τα οποία υπόκεινται μέτρησης
(παράγοντες υποκειμενικού και αντικειμενικού να λείπουν, ντιπ ντάουν την
ξέρουμε την αλήθεια). Προτείνεται η σύγκριση να λαμβάνει υπόψη της
χρονικούς και τοπικούς παράγοντες. Με αυτά τα στοιχεία ας κρίνουμε και
τους Slowly Rolling Camera.
Περιμαζεύοντας όλα
όσα η αγγλική σκηνή των mid-90's έδωσε στο alternative electro-hip hop
που τότε άκμασε, ακουμπώντας στη jazz του τότε με το ένα χέρι και
φτάνοντας στη jazz, νέο-jazz, κλασική και ό,τι άλλο-jazz, φτιάχνουμε το
υπόστρωμα του δίσκου. Κλείνοντας τα χέρια σε μία τεράστια αγκαλιά που
συμμαζεύει όλα τα παραπάνω, και δεδομένου ότι μια αγκαλιά σημαίνει
αγάπη, ή κάτι ιδιαίτερα προσφιλές βλέπουμε τα αισθήματα της μπάντας για
αυτές τις σκηνές και τα μπαστάρδια τους. Αν μέχρι τώρα ψυχανεμίζεστε
λέξεις όπως Massive Attack (καθόλου τυχαία ο παραγωγός τους, παραγωγός και αυτόυ του δίσκου), Portishead, Cinematic Orchestra
καλά πηγαίνετε. Ταυτόχρονα, και δικαίως όμως η διαδρομή έγινε
μονόδρομος καθότι μαγκιά αρκετή, τεράστια, χρειάζεται μόνο και μόνο για
να χωρέσεις τέτοια ονόματα σε ένα δίσκο χωρίς να αντιγράφεις. Το κάτι
παραπάνω θέλει αρχίδια.
Το λοιπόν, ο μόνος μονόδρομος που υπάρχει
είναι αυτός που σε οδηγούν οι ακροάσεις του δίσκου. Αρχή έως τέλος, μία
διαδρομή στην οποία οι επιρροές της είναι τα αξιοθέατα, όχι οι οδηγοί. Η
συνθετική τετράδα δε δημιούργησε με αφέλεια, και στα ατού που δίνονται
από την καταπραϋντική αύρα της jazz και το τσαγανό της electro-καιλοιπα
προστίθενται μεγαλόπρεπα soundtrack-ική τσόντα/νοοτροπία και όλη η
ζεστασιά της soul από τα θερμά, μοναδικά φωνητικά που έχει η
τραγουδίστρια. Οι διαχρονικές μουσικές, μάλλον τα χαρακτηριστικά τους,
έχουν φτιάξει το κράμα του δίσκου που το σμίλεψαν με εργαλεία τις
επιρροές τους και μπλαμπλαμπλα φτάνει, σταματάω.
Το ζήτημα
επιστρέφει. Και αυτός ο δίσκος, πέραν της προσωπικής επαφής, πρέπει να
υποστεί την συγκριτική κριτική του. Ο βρωμομετρητής σε λειτουργία. Ο
βρωμομετρητής δεν αντιδρά. Ο δίσκος είναι φρέσκος, ΝΕΟΣ ρε γαμώτο και
ταυτόχρονα αναγνωρίσιμος, εύξεινος στους ακροατές που δεν ξέρουν που
πατάει, αλλά σημείο αναφοράς για να ψαχτεί και να δει πως εκφράζονταν
παρόμοιες σκέψεις τότε και ξεχωριστά, όταν τα είδη δε χρειάζονταν να
επιτίθενται το ένα στο άλλο για να αποφευχθεί η ομοιογένεια. Λίγο πολύ
οι Slowly Rolling Camera έχουν την ιστορία τους,
εννοώντας ότι κανένα μέλος δεν είναι πρωτάρης. Το όνομα όμως μπορεί να
σταθεί σαν πρωτάρικο και ελπίζω έτσι να πολώσει με το χρόνο του το
φιλότεχνο κοινό. Κρίνοντας από το ντεμπούτο αυτό, το να πάει αυτή η
μπάντα άπατη θα είναι προσθήκη στον ατελείωτο καλλιτεχνικό κατάλογο των
ατοπημάτων της ανθρωπότητας. Κεράσια.
http://slowlyrollingcamera.bandcamp.com/
Γιώργος Κ.