
Είναι μεγάλο το βάρος της εισαγωγικής πρότασης, όταν έχεις να γράψεις
στο blog για κανα δίμηνο. Πρέπει να πετάξεις με τη μία τους άσσους από
το μανίκι για να κρατήσεις τον αναγνώστη, να του θυμίσεις ότι εδώ είναι η
φάση η καλή. Υπάρχει λοιπόν εδώ και μέρες ένα μικρό ανθρωπάκι που μου
γαργαλάει το περίνεο, τσιρίζοντάς μου "γράψε κάτι έξυπνο". Από τη μία
σκέφτομαι να του πω ότι είναι γελοίο να κάνω τόσο κόπο για μια εισαγωγή
που θα διαβάζω εγώ με τον φίλο μου το Βαγγέλη (ο Γιώργος Κ. αγνοείται),
αλλά από την άλλη το γαργαλητό στ' αρχίδια είναι ωραίο, οπότε το αφήνω
να κάνει τη δουλειά του. Η χρήσιμη πληροφορία της εισαγωγής αυτής, είναι
ότι το περίνεο είναι εκείνη η περιοχή μετά τα αρχίδια και λίγο πριν τα
διόδια (ή αντίστροφα, ανάλογα από πού έρχεσαι).
Με τέτοια
εισαγωγή βέβαια το πιθανότερο είναι ότι στο μανίκι κρυβόταν ένα ψηφιακό
ρολόι που ψώνισες από την πλατεία Βάθης, αλλά δεν έχει σημασία, τη φόλα
τη φάγατε ήδη. Ο λόγος που γίνεται όλη αυτή η μανούρα είναι γιατί θέλω
να γράψω δυο-τρεις γραμμές που να λένε ότι πολύ μου αρέσει το split Dyspnea/Unfit Earth,
πριν το γράψει κανένας άλλος. Το βινύλιο λοιπόν θα κυκλοφορήσει σε
λίγες μέρες, αν και έχει ανέβει στο bandcamp εδώ και κάμποσο καιρό. Οι Dyspnea,
που ανοίγουν το δίσκο, πατάνε σε αυτόν τον mid 00's μουντό crust ήχο
που έχει ένα εξτραδάκι στα μπάσα σε σχέση με τις πριμαδούρες που
βρίσκουμε σε πιο κάτσα-dis καταστάσεις. Παρόλα αυτά στα προηγούμενά
τους, κιθαριστικά κρατούσαν d-beat γραμμή, κάτι που στο split αυτό
φαίνεται να έχει υπαναχωρήσει, χάριν μιας πιο ατμοσφαιρικής
neo-crust πλευράς. Διόλου κακό όμως, γιατί οι μελωδίες τους είναι αρκετά
ευχάριστες και ταιριάζουν στην mid tempo λογική που παίζουν εδώ.
Στη δεύτερη πλευρά σε κοντινό μουσικά στυλ, βρίσκουμε επιτέλους κάποια παραπάνω κομμάτια από τους Unfit Earth, μετά από εκείνο το γαμάτο 7άρι split με τους Πατρινούς ήρωες Dirty Wombs,
τους οποίους αυτοβούλως σπονσοράρει το Projekt Fishtank. Οι Βολιώτες
αυτοί εδώ λοιπόν, ακολουθούν το μεταλλάδικο neo-crust μονοπάτι που
οδηγεί σε εξίσου σίγουρη αγάπη από τους συντελεστές του blog. Ξέρω ότι
ρισκάρω να παρεξηγηθώ λέγοντας το όνομα Fall Of Efrafa,
καθώς αν ψάχνει κάποιος για παρόμοιο ήχο, πιθανώς να απογοητευτεί. Δε
μπορώ να μην παραδεχτώ όμως, ότι μου έχει καρφωθεί πως χωρίς τους
προαναφερθέντες Άγγλους, οι Unfit Earth πιθανά να
έπαιζαν κάτι διαφορετικό. Και δε φταίει μόνο το 10λεπτο κομμάτι που
κλείνει την πλευρά τους, αλλά και η γενικότερη συνθετική δομή των
κομματιών, που είναι κάργα ατμοσφαιρική με παύσεις και εξάρσεις και
βαριά φωνητικά και d-beat τύμπανο και όλα τα όμορφα που όσοι ξέρουν να
χρησιμοποιούν σωστά, διαπρέπουν στις καταλήψεις και στις μοτοπορείες.
Έτσι
κάπως φτάνω στο κλείσιμο του κειμένου, το οποίο φαντάζει το ίδιο
δύσκολο με την εισαγωγή. Τα τικ του επιθεωρητή Dreyfus θολώνουν την
όρασή μου, αλλά πρέπει να γράψω κάτι άχρηστο, σαν τα αυτοκολητάκια στα
cd της Relapse. Α ναι, "For fans of Έρημος-Επιθανάτιος Ρόγχος"...
http://scullcrasherrecords.bandcamp.com/album/dyspnea-unfit-earth-split-lp
http://dyspneacrustcorilas.blogspot.gr/
http://unfitearth.wordpress.com/
ΥΓ: Η κυκλοφορία είναι co-released από Scarecrow, Sabrota D.I.Y, Scull Crasher, True To The Game, We Don't Fight It, Weird Face Prod. και τις μπάντες που συμμετέχουν.
Ι. Χ.

"Minerva Superduty" λέει. Από Καλαμάτα λέει. Όχι, για
να μη λέτε, εγώ το έψαξα το "superduty" και βρήκα ότι είναι αγροτικό
μοντέλο της Φορντ. Και ξέρουμε ότι το "μινέρβα" είναι μάρκα ελαιόλαδου,
οπότε μάλλον έχουμε να κάνουμε με τέσσερις ελαιοπαραγωγούς που βάφτισαν
τη μπάντα τους όπως το αμάξι με το οποίο μεταφέρουν μπιτόνια καλαματιανό
λάδι. Ή αυτό, ή απλά κάπνισαν υπερβολικά πολύ από κάτι άλλο καλαματιανό
(ΓΙΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΤΥΠΟΥ ΧΑΣΙΣΙ ΛΕΩ, ΤΟ ΠΙΑΣΑΤΕ Ε-ΧΕ-ΧΕ-Ε????). Τώρα που το
σκέφτομαι, η δεύτερη εκδοχή μοιάζει πιο πιθανή, αν λάβουμε υπόψιν ότι
έχουν τιτλοφορήσει κομμάτι "Τσάκωνας Emperor". Εκτός κι αν δεν εννοούν
τον εθνικό μας ηθοποιό, αλλά τον κάτοικο της Τσακώνας, που ίσως παράγει
κι αυτή καλό λάδι. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εκ' πρώτης όψεως, αυτοί
οι μυστήριοι τύποι θέλουν να μας μπερδέψουν και να παίξουν με τα νεύρα
μας.
Πατώντας το play όμως, τα πράγματα γίνονται απλά και
ξεκάθαρα. Με το που κυλήσουν τα πρώτα δευτερόλεπτα αυτού του EP,
καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για δουλειά με ατμόσφαιρα αγαπημένη
και γνώριμη και εκτέλεση με προσοχή στη λεπτομέρεια και απόλυτα
πειστική. Οι Minerva Superduty παίζουν μουγγό post
metal/sludge. Είναι απ' αυτούς τους θαρραλέους που δεν ενδιαφέρονται να
πάρουν έξτρα πόντους από τη χρήση φωνητικών και είναι διατεθειμένοι να
αφήσουν τις συνθέσεις να κουβαλήσουν όλο το βάρος της προσοχής, ακόμα κι
ενός κυνικού ακροατή. Και πράγματι, αυτές οι συνθέσεις αποδεικνύονται
σκληροί χαμάληδες και κρατάνε απ' την αρχή ως το τέλος το ενδιαφέρον του
απαιτητικού μαλάκα μας. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζει και η δομή των
κομματιών, όπου έχουμε εμπνευσμένες κιθάρες, μικρές διάρκειες και
σπασμωδικές αλλαγές, οπότε αποφεύγονται ερωτήσεις όπως "άλλαξε το
κομμάτι;" και "πόση ώρα κρατάει;", καθώς και η υπνηλία που συνήθως
προκαλούν (τουλάχιστον σε μένα) πολλές μπάντες του ιδιώματος. Με το να
μου φέρνουν στο μυαλό το αλλοπρόσαλο των The Austerity Program, την επικούρα των Capricorns και το ματζέστικ των παλιών Intronaut, οι Minerva Superduty σίγουρα κάνουν κάτι σωστά.
Τέλος,
όσον αφορά στα φωνητικά, δεν ξέρω ρε γαμώτη, αυτό το EP είναι τόσο καλό
που δεν μου πάει η καρδιά να πω ότι θα το προτιμούσα με φωνή. Δε μπορώ
καν να καταλήξω αν θα ήταν όντως καλύτερο με φωνητικά. Όπως και να 'χει
όμως, εμπιστεύομαι τους Minerva Superduty, οπότε είμαι
σίγουρος ότι στο μέλλον θα κάνουν ακριβώς αυτό που πρέπει, για να μας
γαμήσουν τα κεφάλια όσο το δυνατόν περισσότερο και να συνεχίσουν να μας
προμηθεύουν με το καλύτερο ελληνικό λάδι.
http://minervasuperduty.bandcamp.com/
ΥΓ: Φανταστικό εξώφυλλο, ορίστε και το σάιτ του καλλιτέχνου: http://www.kavounis.gr/
Βαγγέλης Ε.

Η συγκεκριμένη αναζήτηση δεν εμπίπτει -μιας και δεν είναι ευκόλως
κατηγοριοποιήσιμη, και επομένως δεν είναι ευκόλως ταξινομήσιμη- στο
στερεοτυπικό πλέον τρόπο που ανταποκρίνομαι σε μία παρόμοια της. Αυτό
γιατί ποτέ δεν αντιμετώπισα το όνομα σαν μία οντότητα, και έτσι δεν
υπήρχε ποτέ ένα συναίσθημα σταθερότητας αναφορικά του. Ίσως λάθος, αφού
υπάρχει επάρκεια επιχειρημάτων για να αντιμετωπιστεί ο ισχυρισμός, όμως
για μένα αυτό αποδείχθηκε ιδιαίτερα λειτουργικό, και ίσως αρκετά
προσοδοφόρο, αφού καθόρισε τις όποιες "απαιτήσεις" μου.
Προτιμούσα
να βλέπω αυτή την τερατογένεση σαν ένα οργανισμό που μπορεί να
καταχράται τους κανόνες της φύσης και να προσαρμόζεται στο περιβάλλον
του έγκαιρα αλλάζοντας μέλη με εκείνα που θα τελέσουν σωστότερα το έργο
στο οποίο ο εγκέφαλος πλέον απασχολείται, χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψει
χρόνο και ενέργεια για να μάθει και να αναπτύξει εσωτερικούς μηχανισμούς
και τεχνικές που θα του εξασφάλιζαν τα μέσα για την περάτωση του. Έτσι η
απόσταση που χρειάστηκε να καλυφθεί στη διάρκεια της ζωής του έγινε με
την καταλυτική δράση των έκτακτων αλλαγών του συστήματός του. Σαφώς
λοιπόν, δεν έχω στο μυαλό μου τους Twilight σαν συγκρότημα, παρά σαν μία τέτοια "μηχανή".
Αυτή
η μηχανή λοιπόν λειτούργησε με μία τέτοια λογική. Οι αλλαγές του ύφους
από κάθε δίσκο σε επόμενο είναι κατάστικτες. Από την πιο ωμή και
σκοτεινή, γδαρμένη μουσική που ακούς στο ντεμπούτο τους μέχρι την πιο
"κατασταλαγμένη" και ποικίλη μετα-προσέγγισή της στο δεύτερο δίσκο
φτάνει στην παραδομένη, αργή και τελεσίδικη του τελευταίου. Ο οποίος,
σαν μία φάρσα, μού ακούγεται πιο ενωτικός, πιο μοναδικός και πιο
προσωπικός από τους προηγούμενους δύο. Είναι αναγνωρίσιμος για τον τρόπο
του και όχι για τα μέλη του, με το μένος του κατευθυνόμενο και
διαχεόμενο ταυτόχρονα από αυτά.
Ο πρώτος δίσκος διαμόρφωσε την
ιδέα, κάποιες δυνάμεις έγιναν ο πυρήνας και το αποτέλεσμα αποδιδόταν
μέσα από ηχητικά κουβάρια. Στο δεύτερο κάθε μέλος έκανε κάθε κομμάτι
δικό του δίνοντας πολλαπλές προσωπικότητες. Εδώ παρουσιάζεται μία. Πιο
αργή, πιο παραδομένη, πιο εσωτερική με σταθερότερους ρυθμούς ξύνει όχι
την επιφάνεια αλλά όσα καλύπτει. Ο θόρυβος που κρατάει την industrial
ρυθμική μονοτονία ακολουθεί και ακολουθείται από doom κιθάρες και
στρυφνές μελωδίες δίνοντας μία πιο νερωμένη Ved Buens Ende
παράσταση. Σωματικά μπορείς να ανταποκριθείς στο δίσκο, τρόπον τινά,
χορεύοντας, εσωτερικά μπορείς να θερμαίνεσαι και όταν το τραγούδι το
απαιτήσει, να πυροδοτήσει το γνώριμο μαύρο χάος και να ξεκινήσεις να
φλέγεσαι.
Προσωπικά, αυτή η περίεργη δυναμική του κάνει το δίσκο
να ξεχωρίζει. Αυτός ο έλεγχος που έχει μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων
δεν επιτρέπει να τον καθορίσω. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχω μία
δουλειά με χαρακτήρα από μία μπάντα (ή μηχανή) που δεν περίμενα (ίσως
και δεν με ένοιαζε) να μου τη δώσει, με κρατάει σε ένα πολύ γλυκόπικρο
μέσο από το οποίο δεν θέλω να βγω. Και αυτό υποβοηθάται από τη χαρά που
έδωσε η αποδοτικότατη συμμετοχή του Thurston Moore. Έχοντας όλα αυτά
λοιπόν στο ενεργητικό τους, το "III: Beneath Trident's Tomb" είναι ένα
εξαίρετο αντίο για τους Twilight.
http://www.centurymedia.com/
Γιώργος Κ.

Αν οι Morbus Chron (και μάλιστα χωρίς να έχουν μία
προσωπικότητα σαν αυτή του Schuldiner) κάνουν ένα άλμα τόσο μεγάλο στον
επόμενο δίσκο όσο και στο φετινό, ακρωτηριάζοντας ακόμα περισσότερο την
ταμπέλα του death metal, θα έχουμε να κάνουμε με τους δικούς μας Death, της γενιάς μας, you know. Τώρα, κάτι φοβερό πρέπει να μαγειρεύεται στο νέο Teitanblood. Το κομμάτι που δημοσίευσαν ήταν κολαστήριο ψυχών και μάγκες, το Epistastis θα κόβει κώλους. Επόμενο τώρα, τώρα, το Triptykon δεν το άκουσα ακόμα αλλά ελπίζω στα καλύτερα. Μαςς ριβιούινγκ ιζ δε νέημ. Οι Epistastis όμως (ενωτική πληροφορία, βοηθά στη συνοχή), οδηγούνται στο στόχαστρο και από δεύτερη πηγή, αυτή των Pyrrhon, μιας και οι δύο μπάντες μοιράζονται μέλος. Και να 'μαστε στους Pyrrhon με τους οποίους θα ασχοληθώ.
Το
εξώφυλλο με αρρώστησε. Και η μουσική το ίδιο. Διπλά εύσημα εκεί, επειδή
δεν αφήνεται στην παρορμητική του δράση αλλά εκμαιεύει το περιεχόμενο.
Το οποίο είναι πλουσιοπάροχα διανθισμένο με πλήθος νευρικών απολήξεων
εκτεθειμένων στον αέρα και τα ζωύφια της πόλης, της θλίψης και της
σκέψης. Η τεχνικώς μαινόμενη πλευρά του δίσκου είναι ένα σεμινάριο από
μόνη της, και οι επιρροές θα μπορούσαν να καλύψουν ένα εύρος από τους Ulcerate στους Portal, ενώ κραυγές από σχισμένες Voivod-ικές θα έλεγα φτάνουν μέχρι τη βοθριλοεντερική χροιά των Nile.
Στις φρέσκιες φουρνιές του χώρου, ο δίσκος είναι ένα tech-death
βυρσοδεψείο που αφαιρεί όχι το δέρμα από το σώμα, αλλά την αύρα από το
δέρμα. Τεχνικά όλα γλιστρούν προς τη δυσαρμονία, την πιο μελωδικά
αδύναμη γραμμή, που αγαπημένος της σκοπός είναι να ζεσταίνει την άβολη
θέση στην οποία θα σε βάλει να κάτσεις. Ένα βορβορώδες αποτέλεσμα που
συνδυάζει τον τρόμο και τη σκέψη μακριά από αυτόν, όμως γεννημένη
εξαιτίας του.
Δυσκολεύομαι να μην αναφερθώ στην αδιάλειπτη
μεθόδευση των τελευταίων χρόνων στις τεχνικές και στο στήσιμο που
χρησιμοποιούν οι Γάλλοι ψάλτες Deathspell Omega,
υπαίτιοι της ισχυρότερης τερατογένεσης που πέρασε από το μουσικό
παραπέτασμα. Αυτό, συμπληρώνεται με ονόματα, και παρότι δίπλα στο πρώτο
δε μπαίνει κανένα, από κάτω αρχίζει να σχηματίζεται ένας καλός αριθμός
αιρετικών. Οι Pyrrhon (τσεκάρετε σαν γρήγορο παράδειγμα
το "Eternity In A Breath") εμπίπτουν και αυτοί της κατηγορίας. Μέχρι
τώρα το μόνο που με νοιάζει για τους Pyrrhon είναι να μην έχουν αντίστοιχη των Ulcerate αναποδιά (λόγω της Relapse), τους οποίους μού θυμίζουν περισσότερο από όλους.
http://pyrrhonband.bandcamp.com/
Γιώργος Κ.

Έχω την ανάγκη να γράψω για αυτό το δίσκο όσο γρηγορότερα γίνεται. Να
τον καταπιώ αμάσητο ρε φίλε, να μην κάτσω να σκαλίσω τίποτα, να
προσπαθήσω να μιλήσω για αυτόν ενόσω καίγομαι ακόμα από τις πρώτες
ακροάσεις. Ο χρόνος όμως δεν είναι αρωγός αυτής της επιθυμίας καθότι στο
συγκεκριμένο σύστημα μετράται τυπολατρικά και μονοδρομεί από νότα σε
νότα και τραγούδι σε τραγούδι. Έτσι κάθε στιγμή με βρίσκει πιο κοντά στο
δίσκο. Ήδη μέχρι να τελειώσω αυτή την παράγραφο θα είμαι πιο μακριά από
την αφετηρία, θα μπορώ να αναλύσω (αναλυθώ) καλύτερα, θα ξέρω πού και
τι λαμβάνει χώρα. Η γνώση θα μειώσει την αίσθηση, καθώς κάθε συναίσθημα
θα κολλάει πάνω σε μία λέξη, κάθε πέρασμα ή αλλαγή θα παίρνει ένα
χαρακτηρισμό. Και οι λέξεις έχουν γίνει τετριμμένες, δύσκολα γίνονται
πιστευτές ή το νόημά τους ακούγεται. Γιατί όμως αυτή η κάψα; Γιατί
αξίζει η αναφορά στους Slowly Rolling Camera να έχει τη λάμψη που θα είχε μία πρώτη κριτική σε όλα όσα τους συγκρότησαν.
Κάθε
σκηνή έχει τη βρωμιά της. Δεν αναφέρομαι στη συναισθηματική ή ηχητική.
Αναφέρομαι στην εφήμερη δημιουργία, στην αντιγραφή, στα γίδια που η
όποια δισκογραφική πλασάρει και στα καθυστερημένα τέκνα της ανθρώπινης
διανόησης που η δεξιοτεχνία τους σε κάποιο όργανο τους ενθάρρυνε αρκετά
ώστε να την επιδείξουν και σε ανθρώπους εκτός οικογενειακού κύκλου.
Τώρα, κάθε μέτρηση χρειάζεται ένα όργανο και κάθε όργανο χρειάζεται ένα
εύρος τιμών. Ο βρωμομετρητής (αυτιά) είναι βιολογικός, οι τιμές
καθορίζονται από τα ίδια τα δείγματα τα οποία υπόκεινται μέτρησης
(παράγοντες υποκειμενικού και αντικειμενικού να λείπουν, ντιπ ντάουν την
ξέρουμε την αλήθεια). Προτείνεται η σύγκριση να λαμβάνει υπόψη της
χρονικούς και τοπικούς παράγοντες. Με αυτά τα στοιχεία ας κρίνουμε και
τους Slowly Rolling Camera.
Περιμαζεύοντας όλα
όσα η αγγλική σκηνή των mid-90's έδωσε στο alternative electro-hip hop
που τότε άκμασε, ακουμπώντας στη jazz του τότε με το ένα χέρι και
φτάνοντας στη jazz, νέο-jazz, κλασική και ό,τι άλλο-jazz, φτιάχνουμε το
υπόστρωμα του δίσκου. Κλείνοντας τα χέρια σε μία τεράστια αγκαλιά που
συμμαζεύει όλα τα παραπάνω, και δεδομένου ότι μια αγκαλιά σημαίνει
αγάπη, ή κάτι ιδιαίτερα προσφιλές βλέπουμε τα αισθήματα της μπάντας για
αυτές τις σκηνές και τα μπαστάρδια τους. Αν μέχρι τώρα ψυχανεμίζεστε
λέξεις όπως Massive Attack (καθόλου τυχαία ο παραγωγός τους, παραγωγός και αυτόυ του δίσκου), Portishead, Cinematic Orchestra
καλά πηγαίνετε. Ταυτόχρονα, και δικαίως όμως η διαδρομή έγινε
μονόδρομος καθότι μαγκιά αρκετή, τεράστια, χρειάζεται μόνο και μόνο για
να χωρέσεις τέτοια ονόματα σε ένα δίσκο χωρίς να αντιγράφεις. Το κάτι
παραπάνω θέλει αρχίδια.
Το λοιπόν, ο μόνος μονόδρομος που υπάρχει
είναι αυτός που σε οδηγούν οι ακροάσεις του δίσκου. Αρχή έως τέλος, μία
διαδρομή στην οποία οι επιρροές της είναι τα αξιοθέατα, όχι οι οδηγοί. Η
συνθετική τετράδα δε δημιούργησε με αφέλεια, και στα ατού που δίνονται
από την καταπραϋντική αύρα της jazz και το τσαγανό της electro-καιλοιπα
προστίθενται μεγαλόπρεπα soundtrack-ική τσόντα/νοοτροπία και όλη η
ζεστασιά της soul από τα θερμά, μοναδικά φωνητικά που έχει η
τραγουδίστρια. Οι διαχρονικές μουσικές, μάλλον τα χαρακτηριστικά τους,
έχουν φτιάξει το κράμα του δίσκου που το σμίλεψαν με εργαλεία τις
επιρροές τους και μπλαμπλαμπλα φτάνει, σταματάω.
Το ζήτημα
επιστρέφει. Και αυτός ο δίσκος, πέραν της προσωπικής επαφής, πρέπει να
υποστεί την συγκριτική κριτική του. Ο βρωμομετρητής σε λειτουργία. Ο
βρωμομετρητής δεν αντιδρά. Ο δίσκος είναι φρέσκος, ΝΕΟΣ ρε γαμώτο και
ταυτόχρονα αναγνωρίσιμος, εύξεινος στους ακροατές που δεν ξέρουν που
πατάει, αλλά σημείο αναφοράς για να ψαχτεί και να δει πως εκφράζονταν
παρόμοιες σκέψεις τότε και ξεχωριστά, όταν τα είδη δε χρειάζονταν να
επιτίθενται το ένα στο άλλο για να αποφευχθεί η ομοιογένεια. Λίγο πολύ
οι Slowly Rolling Camera έχουν την ιστορία τους,
εννοώντας ότι κανένα μέλος δεν είναι πρωτάρης. Το όνομα όμως μπορεί να
σταθεί σαν πρωτάρικο και ελπίζω έτσι να πολώσει με το χρόνο του το
φιλότεχνο κοινό. Κρίνοντας από το ντεμπούτο αυτό, το να πάει αυτή η
μπάντα άπατη θα είναι προσθήκη στον ατελείωτο καλλιτεχνικό κατάλογο των
ατοπημάτων της ανθρωπότητας. Κεράσια.
http://slowlyrollingcamera.bandcamp.com/
Γιώργος Κ.
Στους καιρούς που διανύουμε, τους πονηρούς, τους πλανευτές καιρούς... είναι θαρρείς και πάνω σε στάχτες του παρελθόντος περπατούμε, πάνω σ' αυτές κυλιόμαστε νωχελικά και ατέρμονα... στο φόβο του αύριο, στη λησμονιά του χτες, στην κατρακύλα την πικρή του βορβορώδους σήμερα... Οι άνθρωποι, ναι, αυτοί οι συν-άνθρωποι, σαν από αρχαία τραγωδία βγαλμένοι, από ταπείνωση και ντροπή τσακισμένοι, πληγωμένοι, στο καύκαλό τους ταμπουρωμένοι, τάχα αδιάφοροι σάμπως ξεχνούν πως κι αυτοί οι ίδιοι κάποτε κλάψαν. Είναι άραγε άνθρωποι αυτοί; Ή σκιές π' ανθρώπους τις βάφτισε η Μέγιστη Νουνά, η Συνήθεια; Αχ Ελλάδα μου, γλυκιά, μικρή μου Ελλάδα! Πού πήγες και ξόκειλες;
Μ' αυτό το ερώτημα το νου να τριβελίζει, πορεύονται κάποιοι από μας. Αυτοί που θαρρετά στη Νεκρά Θάλασσα των καιρών μας ψάχνουν νταλαβέρι με το γνήσιο, με τη χαμένη, την παλιά Ελλάδα... τις γειτονιές που αντηχούσε η λατέρνα, την Ελλάδα των αρχαίων ποιητών, του ζωοδότη Δία, την Ελλάδα με τα λιόδεντρα. Πνευματικοί θαλασσοπόροι στο πιστό καΐκι μας απάνου, η ελπίδα στιγμή δε μάς έλειψε, κι άσε τα κύματα της "παγκοσμιοποίησης" να μας δέρνουν τα πρόσωπα και το αγέρι της αδιαφορίας να λυσσομανάει. Δε λυγάμε 'μεις μωρέ! Μονάχα κοιτάμε, μέχρι που χάνεται το βλέμμα στον ορίζοντα, καρτερώντας... ένα σημάδι μονάχα... ένα σημάδι Χριστέ μου...
... Στάσου! Κοίτα εκεί! Για μια στιγμή που αιώνες βαστάει, βγάζουμε τα ίδια μας τα μάτια ψεύτες. Κι όμως! Στα πέρατα του υδάτινου εφιάλτη, μια κουκκιδά φωτός, μια ελπίδα... Αυτό που στην αρχή για όραμα το πιστέψαμε, κάνει να πάρει μορφή και ουσία. Το φως που πριν τρεμόπαιζε, μας πλησιάζει ακτινοβολώντας κάτι γνώριμο, γαλήνιο, σα θύμησες από τότε που ήμασταν ξέγνοιαστοι μπόμπιρες. Το θέαμα του Θεριού που μας πλησιάζει δε μας γεμίζει φόβο, παρά αγαλλίαση, σαν βλέπουμε πλέον από κοντά το ολόφωτο μεγαλείο του. Το Θεριό δε θα μας βλάψει, το ξέρουμε καλά, το νιώθουμε στο πετσί μας. Το Θεριό μάς φέρνει δώρα, μάς φιλεύει ζεστασιά και νότες, σκέψεις και εικόνες. Αυτά που μέσα μας κουβαλούμε, μα που για χρόνια τα είχαμε παρατημένα να αραχνιάζουν στο σεντούκι της καρδιάς μας. Το Θεριό έχει μαζί του το κλειδί για το σκονισμένο σεντούκι και μάς το προσφέρει κλείνοντας παιχνιδιάρικα το ματάκι του. "Άπλωσε το χέρι και άρπαξέ το!" μοιάζει σα να λέει. Με αθώα περιέργεια, σα παιδί που τον κόσμο ανακαλύπτει, σαν το μικρό αυτό εξερευνητή, περιεργαζόμαστε το κλειδί που φέρει την επιγραφή "Demo III". Έπειτα κοιτάμε το πρόσωπο του Θεριού, που γλυκύτητα και αποφασιστικότητα αστράφτει. Στο μέτωπό του είναι χαραγμένο τ' όνομά του... "Antiviosi?"...
antiviosi.bandcamp.com/album/iii
ΥΓ: Όσοι... "έξυπνοι" πιστεύουν ότι οι punks ("αλήτες" στα ελληνικά) έχουν να επιδείξουν μόνο σκληράδα, ας ακούσουν το "Μπύρες σεξ και ροκεντρολ", μια ωδή στον έρωτα που κόβει την ανάσα, και την επόμενη φορά ας μασήσουν καλύτερα καμιά... στιμορόλ!
Βαγγέλης Ε.
Οι αυτόματες ταχείς ανασκοπήσεις που λαμβάνουν χώρα στο μυαλό μου
βλέποντας αυτά τα ονόματα τα τελευταία χρόνια, είναι κατειλημμένες από
στίβες αρνητικού φορτίου. Καθώς όμως αυτό το "&" δηλώνει ότι τα
στοιχεία αλληλεπιδρούν, ξέρω μέσα μου ότι το αποτέλεσμα, παρότι μπορεί
να βγει σαλάτα, αν μη τι άλλο θα τρώγεται. Όχι γιατί έχω ακράδαντη πίστη
στα υλικά της. Αυτά σαπίζουν, χαλάνε, κάποιες φορές μένουν στο ψυγείο
πάρα πολύ καιρό, ενώσω οι ιδιοκτήτες ξεχνούν ή νοσταλγούν και δεν τα
πετάνε. Η όποια πίστη μου για το αξιόλογο αυτού του συμπλέγματος,
βασίζεται στις ποιότητες που οι δημιουργοί του θα πρέπει να βασιστούν
για να έχουν έστω και μία τυπική συνέπεια προς την αξιοπρέπεια.
Οι προηγούμενες συνεργασίες του Garm και του O'Malley με τους Aethenor
ήταν, στουντιακά έστω, αποδοτικές. Ξεχωριστά, οι πορείες και των δύο
ονομάτων στην καρδιά μου χάραξαν αυλάκια (των Νορβηγών πιο βαθιά, των
Αμερικάνων πιο ψαρωτικά), στα οποία ξέπλενα και κοσκίνιζα πολλές
μουσικές. Οι Ulver ακόμα και ως βοσκοί πριν την
εμφάνιση του Tore Ylwizaker, που τους έβγαλε τις προβιές και τους φόρεσε
μανδύες, παρέδωσαν δισκάρες, ενώ οι Sunn O))) ήταν από
τις μπάντες που μακριά από τον καταναγκασμό του "riff" εξέτασαν τον ήχο
από διαφορετική θέση. Η κάθε μπάντα είχε τη δική της σοφία και η σοφία
δε χάνεται. Δεν είναι σαν την εξυπνάδα, αν αποκτηθεί δεν βασίζεται στην
εγρήγορση, υπάρχει εσωτερικά και διαμορφώνει. Ως εκ τούτου, μπορείς να
την ακούσεις ή να την καταπνίξεις. Ο O'Malley κάπου μέσα στην
χρηματομηχανή της Southern Lord και στην καλλιτεχνική επανάληψη χάθηκε,
και ο άλλοτε κουκουλοφόρος έγινε μασκαράς. Οι Ulver
άρχισαν να θαμπώνονται από τα φώτα και τους καπνούς. Ο Garm, αυτή η σοφή
κουκουβάγια, ξεκίνησε να βάφει τα νύχια ροζ και το ράμφος μοβ για να
ανέβει πάνω στο σανίδι, και η δισκογραφία τους έχασε το αλώβητο που
πιστεύω ότι είχε μέχρι το "Shadows Of The Sun".
Ο λόγος που ήθελα
να γράψω για αυτό το δίσκο δεν ήταν για να κράξω. Ήταν επειδή πλέον
αυτή η φωνή μέσα στο κεφάλι με ενοχλούσε πολύ και η ακρόαση του δίσκου
της έδωσε αφόρητη ένταση, επειδή μάλιστα ο δίσκος είναι όπως φαντάστηκα
αξιοπρεπέστατος. Ωραίο ambient μάλιστα, και θα στοιχειώσει και θα
χαλαρώσει και θα προκαλέσει ενδοσκοπήσεις, κανένα ρηξικέλευθο
δημιούργημα σαφώς, αλλά σε καμία περίπτωση κακός δίσκος. Όμως δεν είναι
ένας δίσκος που έχει μεράκι. Βρωμάει γνώση, συνοχή δομημένη από την
εμπειρία και είναι ένας ακόμα δίσκος από αυτούς που βγουν-δεν βγουν δεν
τρέχει και κάτι. Το πρόβλημα έγκειται στον τρόπο που αυτές οι μπάντες
(και όχι μόνο οι συγκεκριμένες δύο) διαχειρίζονται τους εαυτούς τους
μέσα από την ιστορία τους. Με λυπεί πως κάποιο status "επιτρέπει" να
λειτουργείς χωρίς να πρεσβεύεις της διδαχές σου. Το "Shadows Of The Sunn
O)))" σύμπλεγμα, ίσως δεν έχει να δώσει πολλά ακόμα (οι Αμερικάνοι δε,
μάλλον τίποτα) και το "Terrestrials" δεν χρειάζεται να περιγραφεί
παραπάνω ως κάτι που ξεκινά και νομοτελειακά κάποτε θα τελειώσει. Το
ζήτημα είναι πως δε θέλουμε άλλους δεινόσαυρους. Και αν οι καλλιτέχνες
που παρακολουθούμε ξεχνούν πως δεν πρέπει να έχουν καμία απαίτηση ή
προσδοκία για τις δουλειές τους πέρα από την έκφραση και τη διεύρυνση
και αυτά μόνο σε προσωπικό επίπεδο (όλα τα άλλα έρχονται αυτόματα αν
ενστερνιστούμε αυτό), και τον σοφό κανόνα που λέει πως η σιωπή είναι
χρυσός, ας τους το θυμίζουμε εμείς.
http://sunn.bandcamp.com/
http://www.jester-records.com/ulver/
Γιώργος Κ.