Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

MELT-BANANA (Jpn) - Fetch (2013)

Έχω φάει κάτι λαζάνια απ' έξω και μου έχουν κάτσει λίγο βαριά. Έχω πιεί και τις κοκακολάρες μου κι έχω νταγκλάρει. Βάζω το "Fetch" να παίξει και ξαπλώνω το ατελείωτο κορμί μου στον καναπέ. Κλείνω τα μάτια, ρεύομαι και περιμένω το λήθαργο. Το άλμπουμ ξεκινάει με κάτι μπλιμπλίκια και προς στιγμήν νομίζω ότι βαράει τηλέφωνο ή κουδούνι και πετάγομαι. Παίρνω χαμπάρι τι γίνεται, λέω ένα "α γαμήσου" και ξαναξεραίνομαι. Με ξυπνάνε κάτι μαλακισμένες φωνές απ' την κουζίνα, δεν έχω ιδέα πόση ώρα κοιμήθηκα, απ' το παράθυρο μπαίνει απόκοσμο ροζ φως, κάτι που δε με βοηθάει στους υπολογισμούς μου. Το φαινόμενο δε με τρομάζει, ούτε και οι μαλακισμένες φωνές και τα γελάκια, αντιθέτως, κατευθύνομαι με μια αφύσικη ηρεμία προς αυτές. Στην κουζίνα συναντάω δύο μικρά μου πόνυ με μοϊκάνες και cyberpunk περιβολή να καπνίζουν κρακ. "Τι κάνετε δω μέσα;", ρωτάω με ελαφρύ εκνευρισμό. "Καπνίζουμε κρακ", μου απαντάνε αφοπλιστικά. "Θα πάμε μετά ν' αράξουμε Κάστρο, θα 'ρθεις;". "Ποιό κάστρο μωρέ;", ρωτάω φανερά πλέον συγχισμένος. "Του Τακέσι", μου απαντάνε με μια φωνή, "έχει live". Ακολουθεί αρκετή ώρα σιωπής που κυρίως οφείλεται στην αδυναμία μου να θυμηθώ αν δουλεύω την επόμενη, αν έχω ήδη κανονίσει κάτι και τι μέρα είναι γενικώς. Μη μπορώντας να βγάλω άκρη και έχοντας διαρκώς τα γλαρά από τη μαστούρα μα παρόλαυτα χαριτωμένα ματάκια των πονιών καρφωμένα πάνω μου, αποφασίζω να πάω για την παρέα.

Στο δρόμο για το Κάστρο δεν είμαι ιδιαίτερα ομιλητικός, μιας και τα πόνυ μιλάνε μεταξύ τους ακατάπαυστα για καταλήψεις και ναρκωτικά και με έχουν εκνευρίσει. Όπου και να κοιτάξω βλέπω ερειπωμένους ουρανοξύστες και άδειους δρόμους, το τοπίο παρόλαυτα δεν είναι καθόλου καταθλιπτικό, αφού ο ουρανός είναι ροζ και βρέχει σερπαντίνες και smarties, τα οποία πονάνε σα γαμήδια όταν σκάνε πάνω μου. Αποφασίζω όμως να το παίξω κουλ και αντιστέκομαι στο να ρωτήσω τα μαλακισμένα κυβερνοπανκοπόνυ πού είμαστε και τι σκατά συμβαίνει. Τότε το ένα πόνυ, παίζοντας με τα νεύρα μου, βγάζει από την τσέπη του ένα σωληνάκι smarties και μου κάνει "θες;". "Όχι", λέω, "έχω διαβήτη", και βγάζω απ' την τσέπη μου ένα διαβήτη. "Πάρτα ρε μαλακισμένο", σκέφτομαι μασουλώντας το διαβήτη.

Αντικρίζοντας το εξωτερικό του περιβόητου Κάστρου του Τακέσι απογοητεύομαι, μιας και το ετοιμόροπο κτίριο στο οποίο στεγάζεται μαρτυρά στην καλύτερη περίπτωση κάτι σε χαρτοπαικτική λέσχη, στη χειρότερη κάτι σε ενεχυροδανειστήριο στην Πανεπιστημίου. Απ' έξω μια παρέα πόκεμον με πέτσινα μπουφάν καπνίζει και πίνει μπύρες Άλφα κουτάκι. Τα πόνυ ανταλλάζουν χαιρετούρες με τα πόκεμον και μετά πλησιάζουμε στην είσοδο όπου βρίσκουμε τον πορτιέρη, που όπως με πληροφορούν είναι και ο ιδιοκτήτης, δηλαδή ο Τακέσι. Το συγκεκριμένο κτήνος φέρνει σε Γκοτζίλα, φοράει γυαλιά ηλίου, είναι ντυμένος γκέισσα και μου θυμίζει έντονα σκίτσο του Hakuchi. Πληρώνουμε την είσοδο (35 smarties) και κατευθυνόμαστε προς τη βαριά σιδερένια πόρτα που μας χωρίζει απ' το εσωτερικό του κωλοχανείου. Τα κυβερνοπόνυ μού κάνουν χώρο για να την ανοίξω, μιας κι αυτά δεν έχουν χέρια. Ποιός τους φτιάχνει κάθε πρωί τις μοϊκάνες ήθελα να 'ξερα. Η πόρτα ανοίγει με ένα βαθύ τρίξιμο και τότε όλα αλλάζουν...

Το εσωτερικό του Τακέσιου Κάστρου μοιάζει να μην υπακούει στους ισχύοντες νόμους της επιστήμης. Βρισκόμαστε μέσα σε κάτι που, κρίνοντας από μια αίσθηση καμπυλότητας του περιβάλλοντος και τις συνεχείς εναλλαγές χρωματιστών λάμψεων, θα μπορούσε να είναι το  εσωτερικό μιας ντισκομπάλας. Οι διαστάσεις του χώρου είναι απροσδιόριστες, μιας και αυτά που μας περιβάλλουν ανεξάρτητα απ' το αν μας πλησιάζουν ή αν απομακρύνονται από μας, δεν μεγαλώνουν ούτε μικραίνουν, μα κρατάνε το μέγεθος τους. Μια ροζ σαπουνάδα που μοιάζει ζωντανή, καλύπτει τα πόδια μου ως τα γόνατα και δε νιώθω να πατάω σε κάποιο έδαφος, αλλά να μετακινούμαι από τη σαπουνάδα ή οποία φαίνεται να επικοινωνεί μαζί μου τηλεπαθητικά και με πηγαίνει όπου θελήσω. Το σκηνικό μου θυμίζει το εσωτερικό κτίσματος από βιβλίο του Λάβκραφτ, αλλά σε πιο γκέι μπαρ. Τα πόνυ-πάνκηδες με ρωτάνε αν θέλω να μου φέρουν smarties απ' το μπαρ, χωρίς να τους δώσω ιδιαίτερη σημασία γνέφω αρνητικά, κι αυτά μ' αφήνουν μόνο μου να παρατηρώ τον υπόλοιπο κόσμο. Στα δεξιά μου βλέπω τραπέζι με παρέα που απαρτίζεται από τον Καμπαμαρού, την Κάντι-Κάντι, το Τζουμαρού και τη Χελόου Κίττυ. Η Κάντι-Κάντι σνιφάρει χρυσόσκονη από χαρτονομίσματα της Μονόπολης, ο Τζουμαρού, λιωμένος μάλλον από ξύδια, κάνει εμετό λάδια, ενώ ο Καμπαμαρού φιλιέται παθιασμένα με τη Χελόου Κίττυ πασάροντάς της γατομπισκότα με τη γλώσσα του. Στα αριστερά μου Γιαπωνέζες μαθήτριες χορεύουν ξέφρενα με μια παρέα χταποδιών. Κάπου παραδίπλα λαμβάνει χώρα κάτι σα dance off και κόσμος συγκεντρωμένος παρακολουθεί με θαυμασμό το Ryu όσο κάνει ελικοπτεράκι και χαντόκεν. Βλέπω το Σογκόκου, τον αντίπαλο του Ryu στο dance off να κοιτάει κι αυτός, τσακισμένος από την τελική διαπίστωση ότι είναι και θα παραμείνει μια δευτεράντζα και ότι ίσως να μην έπρεπε να κλέψει έτσι στεγνά από τον αντίπαλό του το κόλπο που πετάς μπλε φωτιές απ' τα χέρια. Οι πάντες κινούνται και χορεύουν αέρινα και ταυτόχρονα κάπως ρομποτικά και αλλάζουν συνεχώς συντεταγμένες στο χώρο, σα βίντεο του Sekitani Norihiro. Μέσα σ' όλο αυτόν το χαμό, η Nyan Cat πετάει πέρα δώθε και κλάνει ουράνια τόξα, δίνοντας στο μέρος μια αισθητική παιδικού σταθμού.

Αδυνατώντας να επεξεργαστώ αυτά τα οπτικά ερεθίσματα, παίρνω τελικά πρέφα ότι όλη την ώρα ακούγεται μουσική, μια μουσική που αποτελεί το ηχητικό αντίστοιχο αυτών που βλέπω. Ένας οργασμός από παροξυσμικά riffs φουλ στην παραμόρφωση, υπερηχητικοί ρυθμοί, θάλασσες ηλεκτρονικών layers, ένα χαμογελαστό χάος μελωδιών και μια φωνή που σε κάνει να μην ξέρεις αν θες να ερωτευτείς τον κάτοχό της ή να τον σαπίσεις στα μπουκέτα. Ούτε μακριά ούτε κοντά, αλλά σίγουρα στο κέντρο των συμβάντων, ένας ασθενικός, μικρόσωμος Γιαπωνέζος με τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και προστατευτική μάσκα στο πρόσωπο, ο καρπός του έρωτα μιας μαθήτριας και ενός χταποδιού, ξύνει την κιθάρα του, ενώ ταυτόχρονα παίζει με μια κονσόλα και πατάει εναλλάξ πεντέξι διαφορετικά πετάλια. Δίπλα του μια ευάλωτη σαν άνθος κερασιάς Γιαπωνέζα, φαίνεται θεόρατη πάνω στις υπερβολικά ψηλές μπότες-πλατφόρμες που φοράει, και χοροπηδάει φτύνοντας smarties στο κοινό και κοφτά νιαουρίσματα στο μικρόφωνο που κρατάει. Οι τετράποδοι κυβερνοπάνκς με τη βοήθεια της σαπουνάδας έχουν επιστρέψει απ' το μπαρ και στέκονται πάλι δίπλα μου. "Οι Melt-Banana δεν είν' αυτοί;", ρωτάω ξέροντας ήδη την απάντηση. Τα πάνκυ γνέφουν θετικά. "Πόση ώρα είναι που παίζουν;". Τα ζώα με κοιτάνε για λίγο λες κ' είμαι ζώο και σκάνε έπειτα στα γέλια. "Οι Melt-Banana παίζουν από πάντα εδώ", μου λένε τελικά με ύφος διδακτικό και μάτια ακόμα δακρυσμένα απ' το γέλιο. Παρότι προσβεβλημένος, αρχίζω σιγά-σιγά να πιάνω το νόημα.

Δεν ξέρω πόσες ώρες (μέρες; μήνες;...) αργότερα βρίσκομαι πάλι στην πόρτα του σπιτιού μου και αποχαιρετώ τα πόνυ, τα οποία, παρά τη δύσκολη αρχή της σχέσης μας, θεωρώ πλέον κολλητούς. Φεύγουν και ξαπλώνω με μια πρωτόγνωρη γαλήνη στον καναπέ μου, αφήνοντας τα βλέφαρά μου να κλείσουν. Την ώρα που τα ξανανοίγω, ακούω τα τελευταία δευτερόλεπτα του "Zero", του τελευταίου κομματιού του "Fetch". Ζαλισμένος απ' τον ύπνο και το κουκουρούκου όνειρο, κάθομαι στο πισί και σκέφτομαι ότι δεν πρόκειται να ξαναπαραγγείλω φαΐ απ' αυτόνα. Και τότε βλέπω κάτι δίπλα απ' την οθόνη που είμαι σίγουρος ότι δεν ανήκει εκεί. Ένα σωληνάκι smarties και μια κάρτα που γράφει: "Τα ξαναλέμε πολύ πιο σύντομα απ' ότι νομίζεις. Μήτσος + Λουκάς". Χαμογελάω και βάζω το "Fetch" απ' την αρχή.

http://www.geocities.jp/azaplink/mb/mxbx.html

Βαγγέλης Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: