Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

LOST SOUL (Pl) – Immerse In Infinity (2009)

Γεια τους Lost Soul η ιστορία είναι απλή. Ξεκινάνε χωρίς πολλά φρου-φρου και αρώματα πριν από δύο δεκαετίες αποσπώντας αρκετά ενθαρρυντικά σχόλια, κάπου το χάνουν στην πορεία και διαλύονται και εδώ και μερικά χρόνια, με νέα πρόσωπα στην σύνθεση τους, επαναδραστηριοποιούνται έχοντας σαν αποτέλεσμα το θαυμάσιο "Immerse In Infinity". Βέβαια μπορεί να έχει περάσει ένας χρόνος από την κυκλοφορία του, ωστόσο κάποιοι δίσκοι καλύτερα να παρουσιάζονται έστω και καθυστερημένα, παρά να τους τρώει η σκόνη του χρόνου. 

Το "Immerse In Infinity" είναι μόλις το τέταρτο album των Lost Soul, ωστόσο, ακούγεται απόλυτα ώριμο και πάνω απ’ όλα αυθεντικό με ξεκάθαρη death ταυτότητα. Θα ήταν ίσως υπερβολή αν λέγαμε ότι εκεί όπου οι συμπατριώτες τους Behemoth και Vader απέτυχαν πέρσι να εντυπωσιάσουν με τις δισκογραφικές τους δουλειές, οι Lost Soul τα κατάφεραν. Γνήσια τέκνα της πολωνικής black/death σκηνής η οποία έχει αποδείξει την αξία της μέσα από τα δημιουργήματα των παιδιών της, εμφανίζοντας όμως μια μικρή προτίμηση στη αμερικάνικη brutal αισθητική. Επιστρέφοντας στον δίσκο, λίγη σημασία έχει αν μείνουμε στην τεχνική και τις συνθέσεις. Έχουμε να κάνουμε με ένα συμπαγές σύνολο όπου καμιά ρωγμή δεν το απειλεί. Αξίζει να μείνουμε στο γεγονός ότι κάποια κομμάτια είναι απροσδόκητα μεγάλα σε διάρκεια, δρώντας έτσι καταλυτικά, ώστε να παρουσιαστεί ο πλούτος των ιδεών του συγκροτήματος. Καταφέρνοντας μάλιστα σε ορισμένα σημεία όπου τα πλήκτρα κάνουν την εμφάνισή τους, σε καμία περίπτωση να μην μας παραπέμπουν στις γνωστές majestic τάσεις μιας πεπερασμένης εποχής, αλλά σε πιο "διαστημικές" αναφορές, ταιριάζοντας και με το χαοτικό εξώφυλλο του "Immerse In Infinity".

Κλείνοντας αυτή την λιτή παρουσίαση της κυκλοφορίας, μένω στο ότι αξίζει να δώσει κανείς την δέουσα προσοχή, μιας και είμαι σίγουρος ότι η συγκεκριμένη απόφαση θα τον δικαιώσει.



Νίκος Ζ.

www.lostsoul.pl
www.myspace.com/lostsoulofficial
www.witchinghour.pl

MAX RICHTER (Ger) – Infra (2010)

Από το "Blue notebooks" καταλάβαμε ότι κάτι τρέχει με το πιάνο αυτό. Τα πατήματά του κυοφορούσαν κάτι νεωτεριστικό, κάτι υπερβολικά οικείο, ίσως εξαιτίας των ηλεκτρονικών ουσιών που πάντα συνόδευαν τις συνθέσεις του. Yπήρχαν κι άλλοι το ξέραμε (βλ. Olafur Arnalds, Johan Johannsson, Rachels), αλλά αυτός μας μοιάζει περισσότερο. 

Γνωρίζουμε τα εξώφυλλα του Richter πριν καν τα δούμε. Κι αυτό δεν καθιστά τα έργα του προβλέψιμα αλλά "συλλογικά". Η μουσική του ενέχει ακριβώς μια ευθύνη συλλογική, γι’αυτό κι οι φωτογραφίες του booklet φαντάζουν ερασιτεχνικά δικές μας. Ο Γερμανός με λίγα λόγια εκφράζει εικόνες, ήχους και αισθήσεις μιας εποχής βιωμένης και το πράττει από τη θέση ενός ιστορικού. Γι’αυτό και τα έργα του είναι -γιατί όχι- λαογραφικά, καταγράφοντας το παρόν του παγκόσμιου δυτικού πολιτισμού.

Στα χνάρια των μινιμαλιστικών, neoclassical συνθέσεων του Arvo Part και του Philip Glass, σεβόμενος τον ακαδημαϊσμό αλλά και με μια έκδηλη πρόθεση βεβήλωσης του, ο Richter μας εισάγει διαμέσου post-rock αισθήσεων και electro-πλεγμάτων σένα πιανιστικό μικρόκοσμο, γεμάτο καρτ-ποστάλ και σημειωματάρια. Eκθειάζει τη χρήση μικρών αντικειμένων-φορτίων, χάρτινων εργαλείων μνήμης που κουβαλάνε το προσωπικό μας μελάνι. Αυτό με το οποίο ο άνθρωπος του άστεως, μετατρέπει σε ύλη ό,τι άυλα δημιούργησε η αστική του καθημερινότητα. 

Το "Infra" είναι ένα λεύκωμα. Τίποτα παραπάνω από ένα σύνολο εικόνων με υπόκρουση, φθαρμένων από το βάρος των ήχων και των καιρών.



Αντώνης Δ.


Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

OCEANSIZE (UK) - Self Preserved While the Bodies Float Up (2010)


Οι Oceansize είναι από τις μπάντες που όσοι τους γνωρίζουν, περιμένουν να βγάλουν έναν δίσκο 10άρι, το δίσκο της χρονιάς ή το δίσκο της δεκαετίας, και αυτό γιατί απλά "το 'χουν".

Είναι πολύ καλοί για να είναι Άγγλοι, παίζουν progressive μουσική σαν Αμερικάνοι με έμφαση στην πολυπλοκότητα αλλά χωρίς να χάνουν σε συναίσθημα, ενώ ταυτόχρονα ο ήχος τους μπορεί να χαρακτηριστεί και alternative! Στα κομμάτια τους μπορείς να βρεις πολύπλοκες συνθέσεις, ευφυείς ρυθμικές αλλαγές, κιθαριστικές ατμόσφαιρες, αρμονίες ανάμεσα στα έγχορδα και στα φωνητικά, ηλεκτρονικά στολίδια καθώς και πραγματικά σκληρά riffs. Όλα αυτά δοσμένα σε πολύ σωστές δόσεις και πάνω από όλα με προσωπικότητα. Αν θέλουμε να δώσουμε κάποια συγκροτήματα αναφοράς για να γίνει κατανοητό το πως ακούγονται οι Oceansize σίγουρα θα βάζαμε τους Tool, τους Cave In, τους Aereogramme αλλά και τους πανταχού παρόντες Radiohead.

Μετά τα "Effloresce" (2003), "Everyone Into Position" (2005) και "Frames" (2007), στα οποία παρουσιάζουν τα παραπάνω προτερήματα τους, με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, ήρθε η ώρα να κυκλοφορήσουν το τέταρτο τους album. Το "Self Preserved While the Bodies Float Up" λοιπόν έχει και πάλι όλα τα παραπάνω, ξεκινάει με το αργό σχετικά "Part Cardiac" που είναι προφανώς μια γέφυρα με το προηγούμενο album τους ενώ συνεχίζει με τα "Superimposer" και το "Build us a Rocket Then..." (από τα καλύτερα του album) με έντονους Μars Volt-ισμούς και τον Mike Vennart να καταφέρνει να ακούγεται άκρως μελωδικός σε αντίθεση με την ενέργεια που εκλύουν τα υπόλοιπα όργανα στα συγκεκριμένα κομμάτια. Στη συνέχεια οι Oceansize ρίχνουν τους τόνους, και μας παραδίδουν έναν ωκεανό μελωδίας που κορυφώνεται στο σχεδόν ένατο λεπτό "Silent/Transparent" (προσωπικό αγαπημένο) που χτίζεται σιγά σιγά και καταλήγει σ' ένα κιθαριστικό κρεσέντο. Τα 3 τελευταία κομμάτια δεν παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό απ' ότι έχει προηγηθεί και ίσως αυτό να είναι το κύριο αρνητικό του δίσκου. Επίσης κάτι που δεν μου έκανε καλή εντύπωση είναι το αδιάφορο εξώφυλλο.

Εν κατακλείδι, είναι ένα ακόμα Oceansize album που μεγαλώνει με κάθε ακρόαση. Για όσους δεν έχουν προηγούμενη επαφή με την μπάντα προτείνεται να ακούσουν κάποιο παλιότερο album και μετά να επιστρέψουν στο "Self Preserved..." . Για μας τους υπόλοιπους, έχουμε ένα ακόμα πολύ καλό Oceansize album, για να ανακαλύψουμε την κάθε πτυχή του και την προσμονή για το επόμενό τους, που σίγουρα θα 'ναι ένα album 10άρι.


Βασίλης Μ.


http://www.myspace.com/oceansizeuk
http://www.oceansize.co.uk/

PARKWAY DRIVE (Aus) – Deep Blue (2010)

Πάνω από μια δεκαετία η Αυστραλία έχει αποδείξει πως είναι ένα από τα καταλληλότερα φυτώρια της core σκηνής, με τους Parkway Drive να αποτελούν την ηγετική φυσιογνωμία ανάμεσα στην πλειάδα των death/metal-core σχημάτων. Είναι αλήθεια ότι οι Parkway Drive σε όλες τους τις κυκλοφορίες φαίνεται να ισορροπούν μια χαρά στο νήμα που συνδέει αυτά τα δύο ήδη, μιας και ήταν, από όλες τις απόψεις, πολύ συμπαγείς για να χαρακτηριστούν metalcore και ταυτόχρονα πολύ μελωδικοί για deathcore.

Συναντάμε όμως μια ανορθόδοξη και παράλληλα αντίστροφη πορεία στο επίπεδο της ποιότητας των δίσκων, καθώς στην σύγκριση του “Killing With A Smile” με τον "Deep Blue", το τελευταίο μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Βέβαια σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για έναν άσχημο δίσκο, αλλά για μια κυκλοφορία κατώτερης των προσδοκιών. Δηλαδή δεν βλέπουμε πουθενά τους κιθαρίστες Jeff Ling και Luke Kilpatrick να προσθέτουν κάτι νέο στα εξαιρετικά αλλά ήδη χιλιοπαιγμένα riffs που μας έχουν συνηθίσει. Επιπροσθέτως, συναντάμε κομμάτια όπως τα "Deliver Me" και "Deadweight" που το κύριο βάρος έχει πέσει πάνω σε μία νότα και κάποιες παύσεις αυτής. Είναι όντως ένα από τα βασικά συστατικά της όλης "φάσης", αλλά όταν έχεις καλομάθει από την μπάντα σε κάτι καλύτερο, τώρα σου κακοφαίνεται. Και για να συνεχίσουμε τα κακά λόγια, σε θέμα παραγωγής παρατηρεί κανείς μια ανομοιογένεια. Οι κιθάρες χάνουν σε όγκο, ενώ τα τύμπανα ακούγονται σε ορισμένα σημεία πιο δυνατά από ότι θα έπρεπε.

Περνώντας στην αντίπερα όχθη του "Deep Blue", συνεχίζοντας την αναφορά στην παραγωγή, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την πολύ καλή δουλειά που έγιναν στα φωνητικά. Ο Winston McCall έχει αποδείξει από καιρό τις ικανότητές του και ίσως να είναι ο μόνος που να παραμένει στο ύψος του. Επιπλέον, βλέπουμε ότι το συγκρότημα έχει προσθέσει πολλά μελωδικά μέρη, δίνοντας έτσι μια διαφορετική πνοή στα κομμάτια. Δίνοντας ίσως και μια αφορμή για περαιτέρω ξάνοιγμα, σε ένα πιο ευρύ κομμάτι οπαδών. Καλό ή κακό το κρίνει ο καθένας για τον εαυτό του. Εγώ πάντως δεν μπορώ να κρίνω αρνητικά συνθέσεις όπως "Alone", "Leviathan I" ή "Karma" και "Wreckage". Και για να συνεχίσουμε την ονοματολογία, έτσι ώστε να φτάσουμε στην αποθέωση (την μοναδική που μας επιτρέπει ο δίσκος) των "Unrest" και φυσικά του "Sleepwalker", που ίσως να πλησιάζει το θεσπέσιο "Boneyards" του "Horizons".

Κλείνοντας, λίγη σημασία έχουν οι συμμετοχές των Brett Gurewitz των Bad Religion και Marshall Lichtenwaldt των Warriors Are στα “Home is for the Heartless” και “Hollow”, αντίστοιχα, μιας και λίγη βοήθεια δίνουν στο να κάνει τον "Deep Blue" να ξεχωρίσει, που από ότι φαίνεται μόνο στα αυτιά κάποιων οπαδών τους μπορεί να έχει μια ξεχωριστή θέση.


Νικόλαος Ζ.


www.parkwaydriverock.com
www.myspace.com/parkwaydrive 
www.epitaph.com

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

BAD RELIGION (USA) - The Dissent of Man (2010)


Πολύ κρίμα γενικά. Και γω που περίμενα την τρίτη κατά σειρά δισκάρα, έμεινα με την όρεξη αφού εδώ πέρα το μόνο –αρα που θα βρει κανείς είναι η βαρεμάρα.

Γενικά εντάξει, δεν θέλει και να παρανοήσουμε, οι Bad religion είναι μπάντα τριάντα χρόνων και έχει κυκλοφορήσει ουκ ολίγα αριστουργήματα σε αυτό το διάστημα. Το πρόβλημα με το ''Dissent of Man'' εντοπίζεται στο ότι τους παρουσιάζει ελαφρώς χαμένους και επαρκώς αποπροσανατολισμένους σε σχέση με τα ''Empire Strikes First'' & ''New Μaps of Ηell''. Σαν να έμειναν από καύσιμο ρε παιδί μου, πως το λέμε. Δεν πάω πιο πίσω, αν θέλετε ας παραδεχτούμε πως το ''Process of Belief'' ήταν τουλάχιστον εστιασμένο μουσικά και αν και δεν διέφερε ποιοτικά από τις μετριότητες που κυκλοφόρησαν μετά το ''Generator'', τους έβαλε τουλάχιστον στον σωστό δρόμο.
Ποιος είναι αυτός ο δρόμος, και ποιος εσύ κιόλας που θα μας πεις ποιος είναι μωρέ συντάκτη της κακιάς ώρας; Αυτός της ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ (''Suffer'', ''Against the Grain'', ''No Control''), δηλαδή γρήγορα υπερπορωτικά, ενίοτε μελαγχολικά punk υπερτράγουδα που αν το ρίξουν καμιά φορά στις μπαλάντες, το κάνουν τόσο τέλεια που μένεις μαλάκας. Αν διαφωνείτε, έχετε χάσει τη μπάλα και ακούσατε Bad Religion στο winamp μετά τους Sum 41 ή κάτι τέτοιο τελος πάντων.

Ήταν τέτοιες δισκάρες τα δύο προηγούμενα ρε γαμώτο που στεναχωριέμαι όσο το σκέφτομαι. Ούτε να μιλάω δεν θέλω για το νέο, να, βλέπετε μια ολόκληρη παράγραφο, το κατάφερα.
Ας το επιχειρήσω όμως γιατί πρέπει να τα παρουσιάσει κάποιος "αντικειμενικά" τα πράγματα μιας και βλέπω πολλους γραφιάδες να προσπαθούν να το προσεγγίσουν με μετριοπάθεια (σε βαθμούς αυτό μεταφράζεται σε επτάρια ή και οκτάρια- εγώ θα του έβαζα 4,012 αν αναρωτιέστε). Γενικά ο trademark ήχος παραμένει. Και ξεκινά και δυνατά το γαμημένο, το "Only Rain" είναι από τα καλύτερα τους τραγούδια σκέφτομαι. Αλλά εκεί που το ''New Maps of Hell'' ήταν σαν να ακούς οργισμένο παπού (είναι και βετεράνοι οι τύποι ούτως ή άλλως) που χάνει την σύνταξη του και στα χώνει ανελέητα, αυτό εδώ είναι σαν να βλέπεις φοιτητή που εκνευρίζεται για το 4,5 σε μάθημα της σχολής του, δίκιο έχεις ρε φίλε και συ αλλά τζούφια οργή λέμε. Δηλαδή μιλάμε για τουλάχιστον πέντε-έξι άνευρες μπαλαντοειδείς μπούρδες που μπορεί να γράψει ο κάθε pop rock καρμίρης, και αυτό είναι και το πρόβλημα στην τελική. Ασε που όταν ανεβάζουν τις ταχύτητες, σέρνουν το άλμπουμ από τα μαλλιά και χτυπά άσχημα. Δεν με νοιάζει αν είναι άψογο εκτελεστικά (που είναι), ούτε που οι στίχοι θα κινούνται για ακόμη μια φορά σε δυσθεώρητα επίπεδα (δεν τους έχω γι'αυτό εικάζω), εδώ μιλάμε για μουσική η οποία είναι ως επί το πλείστον ξενέρωτη και τελείως αποκαρδιωτική.
Βάλτε τα ''Won’t Somebody'' και ''Turn Your Back On Me'' πριν ακούσετε τα υπόλοιπα, και άμα ψηθείτε σας δίνω δώρο και ένα ημερολόγιο για να γράφετε τις εφηβικές σας ανησυχίες. Over and out, αυτό πόνεσε πολύ.

Κώστας Χ.

http://www.badreligion.com/
http://www.myspace.com/badreligion
http://www.epitaph.com/

BURGUNDY GRAPES (Grc) - Man In The Lighthouse (2010)


Μας αρέσει να ψάχνουμε δημιουργούς που ζητανε κάτι διαφορετικό στην μουσική τους, ψαγμένες φατσούλες που βγάζουν την γλώσσα στους θεσμούς.

Κάνουμε κι εμείς το ίδιο μερικές φορες, γι'αυτό ξεχαστε την black metal αναφορά για σήμερα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καινούρια κυκλοφορία μαγικού ακουστικού (σχεδόν εξ ολοκληρου) περιεχομένου.
Οι Burgundy Grapes είναι μια εγχώρια μπάντα, που αν έχω καταλάβει καλά έχει ως βασικό πυρήνα τους Γιώργο Κολυβά και Αλέξανδρο Μιαούλη, λειτουργεί όμως σαν μουσική κολλεκτίβα, καθώς διάφοροι μουσικοί πάνε κι έρχονται και προσφέρει ο καθένας τους το κατιτίς του.
Τα κομμάτια έχουν κλασικές επαναληπτικές folk δομές που με το πέρασμα των στιγμών γεμίζουν σιγά σιγα και περισσοτερη ζωή, μεγαλώνουν και ομορφαίνουν σαν μικροί άνθρωποι. Στις συμμετοχές των μουσικών έχουμε και την παρουσία του Νίκου Βελιώτη με το τσέλο του, και ακούμε κι άλλα όμορφα στοιχεία που συμπληρώνουν το έργο, όπως τους ντροπαλούς και συνεσταλμένους ήχους από ακορντεόν, τα πιο επιβλητικά και θαρραλέα βιολοειδή (βιολί και βιόλα δηλαδη!) και φυσικά τον αγαπημένο συνδυασμό πιάνου και κιθάρας ("On the Train to Berlin").

Θα ήθελα πολύ να κάνω μια σύγκριση με μία αρκετά αγαπημένη αντίστοιχη μπάντα, τους Will-o-the-Wisp, αλλα θα το αποφύγω περίτεχνα γιατί αυτοί αυτοί εδω μ'αρέσουν περισσότερο και ειναι μάλλον καλύτεροι(!), όντας μη-progressive folk αλλα folk, instrumental (αυτό λαμβανεται ως θετικό, ναι) και με φοβερές ιδέες. Πέρασαν με πολύ καλό βαθμό το τεστ και νομίζω ότι δημιούργησαν κάτι που ανήκει στις καλύτερες καλλιτεχνικές συνεισφορές για το τρέχων έτος. Και για λίγο spoiler, θα πούμε πως τα καλύτερα (αντικειμενικά παντα) κομμάτια του δισκου είναι τα "Home of No Return", το εύθυμο και ανοιξιάτικο "The Wind Blew Her In And Then Blew Her Out", ενώ το απόλυτο επιτυγχάνεται στο λατρεμένο "At Sea, The Biggest Danger Is Land", δώστε βάση στο ξετύλιγμα και νιώστε κι εσείς ό,τι νιώθω κι εγώ.

Στηρίξτε, κι αν μπορέσετε κάποια στιγμή να τους δείτε live, κάντε το, θέλω να είμαι κι εγώ εκει, κατα τ' άλλα θέλω να κάνω μία αναφορά για όσους θελουν να ακουσουν κατι εξίσου όμορφο με περισσότερο narrative άποψη και λιγότερη επανάληψη, Ancestral House of the Sun.



Μάριος Γ.


www.myspace.com/burgundygrapes
www.burgundygrapes.com
www.inner-ear.gr

TSORER (Isr) – Return to sodom (2010)


Η ακραία σκηνή του Ισραήλ, ήταν μέχρι τώρα γνωστή για τους Melechesh. Κατά τα άλλα μόνο κάτι ψιλοαστείες περιπτώσεις σαν τους Arallu βρίσκονταν στο διάβα μας προς την Ιερουσαλήμ και χάναμε τον προσανατολισμό μας.
Ανάμεσα λοιπόν σ’όσους αποστάτες έχουν κατά καιρούς εγείρει αξιώσεις για τον εμπρησμό της ιερής πόλης, μόνο αυτό εδώ το ευφυές δίδυμο μπορεί να παραδώσει την Ιερουσαλήμ στις φλόγες.

Θύματα του Darkthroneικού συμπλέγματος και δεξιοτέχνες της υπόγειας αισθητικής, οι Tsorer εκπλήσσουν, συνθέτοντας ήχους που είχαμε καιρό να ακούσουμε. Με τα νορβηγικά mid tempo να κυριαρχούν και τις κιθάρες θαμμένες εκατό λεύγες κάτω από την κόλαση, γκαζώνουν αλα Carpathian Forest και σταυρώνουν τις χορδές τους σε σκανδιναβικό ξύλο, λοξοκοιτώντας προς την Αμερική των Krieg.

Το πιο άρρωστο όμως στοιχείο σε όλη την ιστορία είναι αυτός ο synth οχετός που ντύνει διακριτικά το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου, φέρνοντας κάτι από Gehenna ή ακόμα και Katharsis (βλ. και λογότυπο).

Βρώμικο και κολασμένο, το "Return to Sodom" μας αναγκάζει να ανοίξουμε τα πατζούρια και να στρέψουμε το βλέμμα μας προς την απέναντι πολυκατοικία. Κατάλληλη υπόκρουση για επαρχιακές γειτονιές και αθηναϊκά διαμερίσματα νεοελληνικής απόχρωσης.


Αντώνης Δ. 

http://www.myspace.com/thosewhowalkthepath
http://www.blackhate.de/