Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

DANGERS (US), PAINTED WOLVES (Swe) @ Kafe Kult, Munich -- 10/7/2013

www.kafekult.de/

Δεν είναι μπάντα, είναι το venue. Εδώ γελάμε. Σκεφτείτε κάτι μεταξύ στρατώνα και δημοτικού κάμπινγκ/παιδικής κατασκήνωσης στα πρώιμα 90's. Το έχουμε; Ωραία, γεμίστε το τώρα (50 άτομα) με vegan Γερμανούς hardcorades και γίναμε. Όλοι χαρούμενοι, όλοι χαμογελαστοί, μέσο όρο 3.78 τατουάζ ανά άτομο και (τρομακτικά) θετική διάθεση. Πολλά live καθορίζονται από το venue. 

Αυτή είναι μια τέτοια περίπτωση.

Ενδεικτικά και μόνο, δεν ξεκίνησαν στην ώρα τους. Στο Μόναχο. Αν αυτό δεν είναι καθαρή πράξη punk επανάστασης εδώ πέρα, ένα hardcore χτύπημα στο σύστημα, δεν ξέρω τι είναι.

Πάμε τώρα στο ζουμί.

Painted Wolves

Τα παλικάρια σαν γνήσιοι Σουηδοί ήταν η hardcore vegan εκδοχή των vikings, που ήρθαν με τα hoodies και τα μούσια και τα τατουάζ τους να σου ζητήσουν κάνα καινούριο διακοσάρικο για το άλμπουμ τους και να τα σπάσουν όλα. Ζωντανότατοι και δυνατοί (ειδικά ο μπασίστας έδωσε πόνο στο όργανο εκτός από backing βόθρους), είχαν ήχο παραδόξως κοντινό στα σε στούντιο ηχογραφημένα τους, το οποίο είναι ηρωικό κατόρθωμα για τα 3 ηχεία και 60 τετραγωνικά του Kafe Kult. Στιχουργικά παραμένουν λίγο βαρετά μυστικιστικομαυροαπαυτοτέτοιοι, όπως και οι τίτλοι των tracks τους, αλλά όχι πως προσέχει κανείς φοβερά, καλά φωνάζουν. 
Το πρόβλημα; Γαμώ την ατυχία μου, γερμανικό κοινό. Αυτή η απόσταση ευγενείας προς την μπάντα και τα σταυρωμένα χέρια, σε ξενερώνουν στα live των Sigur Ros, πόσο μάλλον όταν ο άλλος κοπανιέται με χάρντκορ λέμε εκεί στη σκηνή. Για σένα. Ναι εσένα λέω, ακίνητε βλάκα.

Ένα παλικάρι όμως κοντούλικο και λίγο πιο μαυριδερό και με γυαλάκι είχε έρθει προς το τέλος και χτυπιόταν όμορφα..  

.. και μετά από λίγο που παράδωσαν τα όπλα τα Λυκόπουλα, ανέβηκε στη σκηνή.


paintedwolves.bandcamp.com/

Dangers (California, δεν μπαίνει μαζί με τις υπόλοιπες US)

Οκ. Δεν ξέρω. Έχω λιώσει τα mp3 μου. Αυτό το πράγμα δεν το περίμενα πάντως. Ο Al, ο κοντούλης lead με βγαλμένο το γυαλί, να μας λέει όμορφα πράγματα για το πως πρέπει να αντιμετωπίζεις τον κόσμο με όρεξη και χαμόγελο έξω, γιατί έτσι πρέπει, και πως για να το καταφέρει αυτό, έχει εμάς, εδώ, για να μπορεί να ξεδώσει, να μπορεί να ξετρελαθ- ΩΠΑ.

Ειλικρινά, όσα βίντεο και να δεις στο youtube, όσο και να χοροπηδάς στο σπίτι και να κάνεις άγριες γκριμάτσες στον καθρέφτη σου, *δεν* είσαι έτοιμος για αυτό. Όλη η μπάντα βαράει. Φασαρία όμορφα οργανωμένη και άψογα παιγμένη. Ο Al είναι όμως κάτι άλλο. 

Δεν είναι η φωνητική εκτέλεση, η οποία επίσης τα σπάει, είναι το πως αυτό το παιδί, παλιότερα οι συνάδελφοι του Βαγγέλη θα το είχαν λοβοτομήσει και πετάξει σε ένα κελί, ικανοποιημένοι με το πόσο πιο χαρούμενος και ήρεμος φαίνεται, και ακόμα παλιότερα θα τον είχαν κάψει ζωντανό ως δαιμονισμένο.

DANGERS ΡΕ, και ειλικρινά ο χώρος πάλλεται, ίσως επειδή κάποιος κρέμεται απ' ένα δοκάρι που είναι από τα τρία πράγματα που κρατάνε την σκεπή όρθια, ενώ εναέριοι οπαδοί και τραγουδιάρης σερφάρουν. Και όλα αυτά στα 60 τετραγωνικά που λέγαμε, και με εμένα να απορώ αν είμαι ανάμεσα στους ίδιους ανθρώπους που κοντεύαν να πάθουν αγκύλωση μια μπάντα πριν, ενώ κρατάω την μύτη μου μετά από κλωτσά εναερίως περιφερόμενου αλλαλάζοντα τραγουδιστή ΠΟΛΥ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΘΥΜΩΜΕΝΟΥ hardcore. Αυτά είναι. 

Όλα αυτά με διακοπές για μίνι εισαγωγές από έναν άνθρωπο που φαίνεται ο ίδιος με πριν, αλλά μιλάει ήρεμα για θέματα όπως τα δικαιώματα των γκέι, παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα, την ματαιότητα της ζωής αν δεν κοιτάς να κάνεις κάτι καλό κάθε μέρα με τον χρόνο σου σε αυτή την πέτρα, το ανθρώπινο ζώο και πολλά άλλα βαθιά. Πριν ξαναπάρει φόρα. Για να ορμήσει ανάμεσα μας. Ουρλιάζοντας.

Το μόνο μου παράπονο, είναι πως απλά δεν έπαιξαν το "Stay At Home Mom", κάτι που αποδίδω σε καρμική τιμωρία προς κάποιους άμουσους που δεν ξεχωρίζουν το ισπανικό "Que Sera" από το γαλλικό "joie de vivre" και γκρινιάζουν για τον μή αγγλικό στίχο.


The Tidal Sleep (Ger)

Δεν ξέρω. Ο Βαγγέλης είναι βλάκας και φύγαμε. Οπότε μπορεί και να είναι η καλύτερη μπάντα, έβερ. Αλλά δεν νομίζω, γιατί DANGERS ΡΕ.

Γιώργος Μ.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

QUEENS OF THE STONE AGE (US) - Like Clockwork (2013)

Στα πλαίσια κουρασμένων και κουραστικών μεταφορών, έχουμε:

Κάμπριο αμερικάνικο περασμένης 30ετίας.
Παραλιακή διαδρομή, για να μην αποξενώνουμε πλήρως το ελληνικό κοινό μας, ας πούμε Νέα Εθνική Οδός Αθηνών-Θεσσαλονίκης.
1 εξάδα μπύρες στο πίσω κάθισμα.

Play.

Ω ρε μάναααα.

Βρωμιά. Ροκοβρωμιά, όχι η άλλη η μεταλλική (ούτε αυτή του Ρόκκου). Αυτό το riff της εισαγωγής είναι φτιαγμένο για και από αίσχη, ότι πρέπει όπως κάθεσαι στο καπό ενώ πέρα χαράζει, με μια μπύρα από ένα βενζινάδικο στα Οινόφυτα ανά χείρας και μαύρους κύκλους στα μάτια.

Η αρχή μιας καινούριας μέρας, η συνέχεια της προηγούμενης. Όλες οι προσδοκίες και το νόημα του δίσκου δοσμένο στο εισαγωγικό "Keep Your Eyes Peeled". Έχει περάσει και καιρός γαμώτο. Και καλοί οι My Crooked Vultures, αλλά με QOTSA μεγαλώσαμε, αυτούς ξέρουμε, εμπιστευόμαστε, περιμέναμε.

"I Sat by the Ocean" με το πρώτο φως, ανοίγεις δεύτερη, βάζεις πρώτη και ξεκινάς. Γκάζια στις κιθάρες και φύγαμε, με ήχο και διαδρομή γνώριμη.

Αλλά κάτι έχει αλλάξει. Το συνειδητοποιείς και κόβεις λίγο.. πλήκτρα με κομμάτια βγαλμένα από τίτλους τέλους Sci-fi ταινίας, Σωστό λάθος spelling στο "Vampyre of Time and Memory", μελαγχολία στον ήχο και αυτοκριτική στον στίχο. 
Και τρίτη μπύρα, αντιλαμβανόμενοι πως δεν έγινε ξαφνικά emo η παρέα. Απλά μεγάλωσαν και άρχισαν να το παίρνουν πρέφα.

Και μετά; Άλλη μια μπύρα και εσωτερική μάχη για αυτοεπιβεβαίωση, με το "If I Had a Tail" και τον Homme να βγάζει τον (λίγο πιο παχύ) White Duke που κρύβει μέσα του, με ένα πείσμα στον ήχο και το δυνατό του κλείσιμο.

Μπύρα αυτοπεποίθησης και "My God Is The Sun", το πιο χαρακτηριστικά QOTSA κομμάτι του δίσκου, σπρώχνει δυναμικά μπροστά με την σιγουριά αυτού που κάνει αυτό που ξέρει και το ξέρει καλά, οι ελαφρώς new-agey στίχοι φόντο στον ρυθμό και τις κιθάρες που βαράνε σαν τον ήλιο πάνω στην άσφαλτο.

"Kalopsia" και ειλικρινά δεν φεύγει η εικόνα του Josh με λευκό κουστούμι και του Bowie να κλείνει μονοχρωματικά το μάτι από πίσω, σε ένα κομμάτι που είναι τόσο υπέροχο όσο και σε λάθος θέση μέσα στον δίσκο, σαν τα Ζαχαροπλαστεία-Καφέ στην άκρη της παλιάς Εθνικής, με τον ήλιο να καίει τους φοίνικες και τις σκουριασμένες καρέκλες τους.

Τόσο απότομη η προηγούμενη αλλαγή που το όχημα σκορτσάρει εμφανώς πλέον με το "Fairweather Friends". Ok, σας αρέσουν ρε παιδιά οι Soundgarden, αλλά όχι. Τα του Cornell τω Cornell, και παρακαλώ παραμείνετε στη λωρίδα κυκλοφορίας σας.

Μπύρα, επαναφορά, και υπόσχεση για "Smooth Sailing", με ρευστότητα κινήσεων και το θράσος της ζάλης που παρέχει η μια εξάδα. Χωρίς να έχει ακρίβεια, παραμένει γοητευτικό λόγω ακριβώς αυτής της μαγκιάς και σε παρασέρνει στη διαδρομή του.

Έλα όμως που το "I Appear Missing" έρχεται, σαν λάθος στροφή σε κόμβο. Και η ξαφνική συνειδητοποίηση οδηγεί σε μια εξαιρετική και απρόβλεπτη μάλλον στιγμή νηφαλιότητας, αλλά είναι πλέον αργά. Παρότι κινείται άρτια, συνεχίζει να οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση από εκεί που στόχευε.

Και παρά τις διορθώσεις, ο προορισμός φαίνεται στον ορίζοντα, αλλά "...Like Clockwork", ο φόβος που έβγαινε τόση ώρα τελικά επαληθεύεται. Τελείωσε η βενζίνη και δεν φτάσαμε. Και οι μπύρες επίσης. (Και η μεταφορά. Αλήθεια.)

Οι εκλάμψεις αυτοκριτικής χωρίς ενέργεια και όρεξη για αλλαγή δεν αρκούν, αντιθέτως μάλλον κάνουν περισσότερη ζημιά. Όπως λένε και οι τελευταίοι στίχοι του άλμπουμ, που δεν μπορώ να καταλήξω αν πάει προς τρομακτική επίγνωση ή λυρική υποχρέωση μεριά, "One thing that is clear, It's all downhill from here.".

Ελπίζουμε πως όχι.

No sixpacks or muscle cars were abused in the making of this review. (Εδώ πέρα πίνουμε από μπουκάλια και παίρνουμε το Μετρό.)

www.qotsa.com

Γιώργος Μ.

CLANDESTINE BLAZE (Fin) - Harmony Of Struggle (2013)

Keeping it straight. Τη φάση σου, τις αντιλήψεις σου. Τα δύο-τρία πράγματα που θες για να ακολουθήσεις την πορεία. Ευκαιριακές ή σύγχρονες απαιτήσεις θα φέρουν μία αλλαγή που θα ξινίσει, ένα riff, μία μελωδία, ένα shoegaze τείχος που θα συμπορευτεί ενός blast beat και γλυκών φωνητικών. Οι καιροί, ως οφείλουν, θα εναντιωθούν σε μία δοκιμασμένη στρατηγική. Εμείς στο μόχθο, δεν μπορεί να είναι όλα για πέταμα. Ξεχωρίζοντας την ήρα από το σιτάρι ανανεώνεις τις άκρες σου, συνεχίζεις. Ξεχωρίζοντας τις άκρες σου από τη μέση, την πρόσμιξη από την εξέλιξη, κοιτώντας σφαιρικά το χθες και το σήμερα, φανταζόμενος το αύριο, συνεχίζεις. Το πνευματικό μικροσκόπιο-καθρέφτης μονίμως ανοιχτό και με το φακό καθαρισμένο.

Στην περίπτωση του Miko Aspa το μικροσκόπιο μπορεί να κλείσει γρηγορότερα, το "Harmony Of Struggle" δεν θέτει σε αμφισβήτηση τίποτα, σε βαθμό που δεν θα επέλεγα το δίσκο για να κάνω το κομμάτι μου. Η πληθωρικότητα του, η ενέργεια και ο αυτοαναφορικός τίτλος, δένουν το Φινλανδό στο κατάρτι της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας. Η κλίση στο σκότος των υπογείων, η χρόνια τριβή του με την ανιερότητα, αυτό το απάνθρωπο φλεγμονώδες λαρυγγικό κροτάλισμα, τα σιδηροδρομικά riffs εσωτερικής αναζήτησης. Όλα υποτελή στην κραυγή που ενισχύει την επικινδυνότητα, το μηδέν. Όλα υποβαστάζουν την υπόσχεση στην επιστροφή. Το "Harmony Of Struggle" είναι ένα μνημόσυνο που φτύνεται από τις κιθάρες, τα drums και τα πιάνα. Αυτά με μία σταθερότητα, μία ειλικρίνεια που του επιτρέπει να μην είναι μέτριος ή διεκπεραιωτής, αλλά ένας ικανός καλλιτέχνης. Έτσι παρέδωσε μία ακόμα συντονισμένη ωδή στο χρέος. Μία καλοδουλεμένη και πλούσια δουλειά για να μας επαναφέρει το βλέπειν. Πάρτε χαμπάρι πως ξεκινάει-συνεχίζει-τελειώνει το "Wings Of The Archangel" ξέρω 'γω. Και η μαγκιά είναι στο ότι δεν μιλάμε για τίποτα ρηξικέλευθο. Μιλάμε απλά για κάτι τόσο καβλερό, για ένα δίσκο με τόσο μεράκι. Ναι, έβαλα τη λέξη μεράκι σε black metal review. Τι, είμαι λιγότερο άντρας; 

Τελειώνοντας. Κάντε ένα κόπο και διαβάστε τη γραμμή λειτουργίας του label του, της Northern Heritage. Μακριά από τη λογική του super market και της δωροσακούλας, των χρωματιστών LP's και της γαματοσύνης, λειτουργεί μέσα από την απλή σχέση του δούναι και λαβείν που με τη σειρά της λειτουργεί σαν μία πινακίδα με τους βασικούς κανόνες αφύπνισης και ακρόασης.

Υ.Γ. Cheers στον Pan Plunderer.

http://www.cfprod.com/nh/

Γιώργος Κ.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

PHARMAKON (US) - Abandon (2013)

Δε χρειάστηκε κάτι παραπάνω από τη στριγγλιά που ξεκινάει το δίσκο για να ανέβω στο τρενάκι της ενδοσκόπησης. Αυτή η κραυγή ήταν η απώλεια, η ολοκληρωτική ήττα. Το προτελευταίο βήμα. Ναι, οι new age επιταγές επιβάλλουν ανάλογη νοοτροπία. Ποιός είναι καλά άλλωστε; Και η μιζέρια λατρεύει την παρέα, οπότε βρίσκω ασφάλεια στη μάζα. Η κριτική δε με αγγίζει γιατί είμαι μέρος συνόλου. Σούπερ. Κάθε μαυρίλα όμως οδηγεί στο φως, και το αντίθετο. Η ζωή και οι αντιφάσεις της. Επί τούτου, η στριγγλιά άνοιξε μία πόρτα και από εκεί βγαίνω από το μικρόκοσμό μου. Και σήμερα γαλάζιος ουρανός, λαμπερός ήλιος και με πνίγει η αηδία. Το "Abandon" παίζει ακόμα και αυλακώνει τη σκέψη μου. Τα μάτια καταλήγουν στο πεζοδρόμιο. Ο ουρανός είναι πολύ μακριά και καλά κάνει. Ο δίσκος με προσκαλεί στο πεζοδρόμιο, εκεί που βρίσκεται η πλήρης ψυχική εγκατάλειψη. Όμως δε με αφήνει να πέσω, με κρατάει τόσο σφιχτά, με πιέζει να δω και να σκεφτώ. Αυτή η noise-black θολούρα, δεν είναι τόσο θολή αυτή τη στιγμή. Η Margaret Chardiet (Pharmakon) μεθόδευσε ό,τι είχα συνηθίσει να έρχεται σαν τα κύματα. Από το ένα στο δύο και από εκεί στο τρία. Σταθερότητα, ρυθμός, χωρίς παύσεις, συνεχείς βόμβοι, κραυγές. Όλα χώρεσαν στα λίγα πλακάκια του πεζοδρομίου μου, ακριβώς μπροστά από το παράθυρό μου. Κάπου εκεί θα πρέπει να έρθει η πλήρης αποποίηση του ελέγχου. Σε στιγμές η Chardiet μού θυμίζει τον Alan Dubin (Khanate) και τότε συνειδητοποιώ ότι το μόνο που ήλεγχα ήταν τα θέλω μου. Τo "Abandon" όμως συνεχίζει τη θεραπεία. Όχι έλεγχος, όχι όρια. Το πεζοδρόμιο τώρα είναι μία σκηνή ολόκληρη και το μπαλκόνι μου χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Το μόνο που με χωρίζει είναι ένα άλμα. Από πίσω ένα γέλιο, η γνώριμη ασφάλεια του σπιτιού θέλει να με αρπάξει από τον ώμο. Να μου λείψουν οι χαρές και τα γέλια. Να μου λείψει το καλοκαίρι και το αντηλιακό. Το "Abandon" είναι ο δίσκος που σου λέει ότι ΠΡΕΠΕΙ να κάνεις το άλμα. Είναι το παράδειγμα. Η Chardiet κάπως κάπου τα κατάφερε και ήρθε να το πει. Να βάλεις πριν την ανάγκη για ηρεμία το μόχθο και την προσωπικότητα, να βάλεις ανάμεσα στην ανάγκη για ηρεμία τυφλά άλματα στη φωτιά με κατεύθυνση έξω από το πεζοδρόμιο. Βασικά όχι. Σου λέει ότι ΠΡΕΠΕΙ να κατακτήσεις την ηρεμία, να κάνεις το άλμα για να την αξίζεις. Πίστεψε στη φαντασία όσο πιστεύεις στη γαμημένη τη μικρή ζωή σου και κάνε το. Και ξέρει ότι δεν έχει χρύσωμα το χάπι. Η κοπέλα στα φτύνει όλα στα μούτρα με το χειρότερο τρόπο. Ξέρω 'γω, δεν ακούς το δίσκο τόση ώρα; Δε θα έχει τίποτα ευχάριστο η πάλη σου, αλλά μην ξεχνάς ότι η ευχαρίστηση είναι η μεγαλύτερη αμαρτία. Ναρκώνει και η νάρκωση γεννά το θάνατο. Δε μας παίρνει άλλο. Ας δώσουμε στη φαντασία το χώρο που της αρμόζει.

Υ.Γ. Η Sacred Bones αρχίζει να συγκεντρώνει την προσοχή μου όλο και περισσότερο. Ίσως καταλήξει από τις πιο αντιπροσωπευτικές εταιρείες του χρόνου της. Δείτε και τις δουλειές του Case Studies, το τελευταίο The Men, και κανένα Moon Duo για ζέσταμα.

http://www.sacredbonesrecords.com/releases/sbr099/
http://www.sacredbonesrecords.com

Γιώργος Κ.

MAGIC CIRCLE (US) - Magic Circle (2013)

Πρώην μέλη από hardcore μπάντες του βοστωνέζικου underground (Mind Eraser, Soul Swallower, Mental) καβατζώνουν το ντράμερ των Doomriders και φτιάχνουν τους Magic Circle. Τους Magic Circle που παίζουν doom. Όχι sludge, ούτε καμιά περίεργη post metal-ιά. Σκέτο doom. Και κάπως έτυχε στα φωνητικά να είναι ο υπερόπτης, αθυρόστομος Brendan Radigan των Rival Mob. Αυτό το τελευταίο ήταν αρκετό για να με διαολίσει να τσεκάρω το φετινό τους ντεμπούτο, παρόλο που ποτέ δεν έλιωσα ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο ήχο, με εξαίρεση δυο-τρεις αγάπες ατελείωτες, όπως τους Warning και τους Lamented Souls. Ήμουν βέβαια και επιφυλακτικός, αφού δε μπορούσα να φανταστώ την αλαφιασμένη, στρίτζα φωνή του Radigan σε doom κομμάτια. Πέραν του ότι έλεγα μέσα μου "τι doom ρε μαλάκα, αφού εσείς χάρκορ παίζετε αφού;". 

Ε, αυτός ο δίσκος είναι αριστούργημα. ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ. Α-ΡΙ-ΣΤΟY-ΡΓΗ-ΜΑ. Α-Ρ-Ι-Σ-Τ-Ο-Υ-Ρ-Γ-Η-Μ-Α. Αρι-γαμημένο-στούργημα. Μόλις έπαθα αυτό που σκέφτεσαι ή γράφεις πολλές φορές τη λέξη και φτάνει να σου φαίνεται περίεργη ή λάθος γραμμένη ή κενή νοήματος. Δε γαμιέται όμως; Ο δίσκος είναι αρρειστούργυμα.

Η ερμηνεία του Radigan ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Ο εδώ Radigan δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον τύπο που φτύνει κοφτές βρισιές και αναγγέλει τα breakdowns στους Rival Mob. Στους Magic Circle ο Radigan τραγουδάει σα γαμημένο χρυσό αηδόνι, σα καταθλιπτικός λευκός μονόκερος, σα τον Ιησού τον ίδιο. Βάζει τόση ψυχή σ' αυτή την ερμηνεία που απορώ πώς δεν πεθαίνει επί τόπου την ώρα που τραγουδάει. Σ' αυτό το αθάνατο φινάλε του "Winter Light", ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΛΑΙΕΙ Ο ΓΑΜΙΟΛΗΣ την τελευταία στροφή (όχι δεν την τραγουδάει, ΤΗΝ ΚΛΑΙΕΙ), περιμένω ν' ακούσω και το γκντουπ! που θα κάνει το ταλαίπωρο κορμί του με το που σκάσει στο πάτωμα. 

Οι συνθέσεις, μέσα στο πένθος και την επικούρα τους, είναι κορυφή όλες μα όλες, δεν έχουν ούτε μία στιγμή που δε γαμάει ό,τι υπάρχει, αλλά είναι αυτός ο μπάσταρδος ο Radigan που εκτοξεύει αυτό το άλμπουμ στο θεό, αυτός που δίνει την ταυτότητα στη μπάντα. Το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε Pentagram, ούτε Warning, ούτε Cathedral, ούτε Candlemass, ούτε Pagan Altar, ούτε καν Black Sabbath, όσες σπόντες και να πετάει η μπάντα μέσω του εξωφύλλου, των στίχων και του γενικότερου vibe. Είναι οι Magic Circle με το δικό τους αναγνωρίσιμο ήχο και για μένα είναι απλά ό,τι καλύτερο έχω ακούσει στο είδος. Τραβάτε ακούστε το και κάψτε μέρες ολόκληρες κλεισμένοι στο σπίτι παλεύοντας με τον εαυτό σας όσο οι άλλοι κάνουν τα μπάνια τους. Κερδισμένοι θα βγείτε.

(δεν υπάρχουν links, Rival Mob φάση)

Βαγγέλης Ε.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

TOMAHAWK (US) - Oddfellows (2013)

Μεγάλη ανακάλυψη και της μοδός τα supergroups. Είτε πάρεις το μαρκετίστικο "μας δόθηκε η ευκαιρία να συνδυάσουμε τις μουσικές επιρροές και την εμπειρία μας" ή το κυνικό "ρε συ, θα μαζέψουμε παραπάνω λεφτά γιατί κάθε μέλος της μπάντας έχει το δικό του οπαδιλίκι από την προηγούμενη του μπάντα. Και θα πέσει και λιγότερο κράξιμο από το να κάναμε όλοι reunion tours", εμείς κερδίζουμε (και κράζουμε).

Play.

OK, το "Oddfellows" δεν είναι εισαγωγή άλμπουμ, είναι εισαγωγή τηλεοπτικής σειράς των 80's. Με τη μπάντα να μπαίνει όργανο-όργανο όπως κυλάνε οι τίτλοι, το ακούς και φαντάζεσαι το μάτι του Patton να γυαλίζει όπως το μαλλί του ενώ σε κοιτάζει με νόημα στο freeze frame. Και εντάξει, αναμενόμενο. Οι Tomahawk ειδικά στα "Mit Gas" και "Anonymous", ήταν πάντα εξόχως κινηματογραφικοί (μετάφραση: Η μουσική θα έστεκε σαν soundtrack σε εφιάλτες, gonzo τσόντες και καλτ ταινίες σε κανένα Burning Man ή κάτι αντίστοιχο.). Απλά μετά παίζει και ο υπόλοιπος δίσκος, και συνειδητοποιείς πως κάτι τρέχει με την χαρακτηριστικό ήχο τους...

... εδώ είναι το πρόβλημα. Είναι πολύ στρωμένος. Για δίσκο Tomahawk το λές και φοβισμένη συντηρητική φλωριά ένα πράγμα, και μετά πας να ακούσεις Dyke Faggon για να συνέλθεις. Ακόμα και το πρώτο ομώνυμο δισκάκι πειραματίζεται περισσότερο από το "Oddfellows", και εκείνο ήταν μάλλον το μόνο (μέχρι στιγμής) που μπορούσες να το ακούσεις και ολόκληρο χωρίς παραισθησιογόνα.

Αλλά! έρχεται εδώ και το θετικό του όλου δίσκου. Είναι πολύ στρωμένος. Και προτού με προτείνετε για αντιπρόεδρο κυβέρνησης συνεργασίας από τις πολλές κωλοτούμπες, να εξηγηθώ.

Το Oddfellows κυλάει σαν ένα Best/Most accessible of Patton's Projects, με μια μέτρια (σχετικά πάντα) δόση ψυχασθένειας/νταρκίλας. Έχει την ενέργεια των Faith No More σε κομμάτια που απλά ροκάρουν βρε αδερφέ όπως το ραδιο-φονικό "Stone Letter", "White Hats/Black Hats" και "South Paw", που είναι και τα κομμάτια που θα βαρεθείτε να ακούτε στο ιντερνέ από το δισκάκι. Το "I.O.U" και το "Baby Let's Play" είναι Lovage για κόσμο που θέλει να κάνει σεξ, αλλά έχει και κάποια παραπάνω θέματα και δεν ανάβει απλά με Nathaniel Merriweather και την θεά Jennifer Charles. To "Waratorium" θα μπορούσε να είναι και Peeping Tom... καταλαβαίνετε τι λέω, μην πιάσω τα άλλα 45 side-projects.

Γενικά μου την δίνει που ώρες ώρες η Tomahawk παραξενιά του άλμπουμ δίνει λίγο την αίσθηση φίλτρου Instagram σε φωτογραφία taken with my iPhone πάνω από απλά (για Tomahawk) κομμάτια.

Αλλά!! Ρε γαμώτο, είναι εμετικά πιασάρικο. Δηλαδή πραγματικά, από την μια θέλεις να γκρινιάξεις για τον ήχο που είναι προσβάσιμος σε σημείο ενοχών, και απ' την άλλη γουστάρεις γιατί έχει σε μικρότερες, αλλά ισορροπημένες δόσεις όλα τα στοιχεία που σε έχουν κάνει να μάθεις και να αγαπήσεις Patton ανά τα έτη.

Θέλω να εκνευριστώ με αυτό το δίσκο αλλά δεν μπορώ. Δεν είναι (τόσο) πειραματικός, δεν είναι (τόσο) καμένος, δεν είναι (τόσο) σκοτεινός.

Αλλά!!! Παίζει να είναι ο καλύτερος εισαγωγικός δίσκος για να δείξετε σε κάποιον τι χάνει που δεν έχει ακούσει ποτέ το Μιχαλάκη (και να γελάτε μαζί του όταν φτάσει να κοιτάει αποσβολωμένος τα ηχεία του με το "Adult Themes for Voice").

Και για να ξαναθυμηθείτε ότι το έχει το παλικάρι, ο,τι και να κάνει. Και να ακούσετε και όλη την δισκογραφία του, επ' ευκαιρία.

www.ipecac.com/artists/tomahawk

Γιώργος Μ.

COLISEUM (US) - Sister Faith (2013)

Τι ν' αυτό το πράμα ρε μαλάκα; Τι ν' αυτά ρε; Πώς την πάτησα έτσι; Τούτο δω είναι για μένα άνετα στους πέντε καλύτερους δίσκους της χρονιάς. Τέτοια νίλα είχα να πάθω από τότε που συνειδητοποίησα ότι το πρώτο Iced Earth με τον αρχικό τραγουδιστή είναι το καλύτερό τους (ελά ρε, μικρός ήμουν τότε... ΟΚ, πριν δυο μήνες ήτανε). Τους Coliseum τους είχα πρωτογνωρίσει το 2007, όταν είχε βγει το δεύτερό τους, "No Salvation", αλλά δυστυχώς εκείνη την εποχή ήμουν αρκετά πιο βλάκας από τώρα, με αποτέλεσμα να ταμπελοποιήσω τους τότε Coliseum ως "hardcore/crust κοπάνημα με αμφίβολο λόγο ύπαρξης και ένα τεχνικό τατς που δεν καταλαβαίνω, οπότε γάμησέ τους". Δεν ήμουν σε θέση να πιάσω ούτε την έξυπνα δοσμένη ποστχαρκοριά, ούτε την τρομερή τεχνική τους, ούτε τα πεντακόσα κιλά αλητεία που κουβαλούσαν τα φωνητικά και κατά συνέπεια, ούτε το πόσο καλός ήταν εκείνος ο δίσκος. Κι έτσι δεν ασχολήθηκα ξανά με τους Coliseum. Ακόμα κι όταν αγόρασα το split με Burning Love, άκουσα μόνο την πλευρά των Burning Love (τόσο καραγκιόζης...).

Μάλλον αυτός ο γαμημένα ηλίθιος τύπος που λέγεται εγώ περίμενε ένα ενθαρρυντικό ποστ σε ένα συγκεκριμένο μπλογκ για να μπει στον κόπο να τσεκάρει το "Sister Faith". Άλλωστε, η τάση προς υποβολή είναι χαρακτηριστικό μιας υστερικής προσωπικότητας σαν την αφεντιά μου. Το βάζω λοιπόν, το ακούω πολλές φορές σερί, σκίζω το δίπλωμα οδήγησής μου και όλους τους καταλόγους απ' τα ντελιβεράδικα και λέω "θέλω να γεμίσω μόνο με Coliseum". Στη συνέχεια κατεβάζω όλη τη δισκογραφία και βλέπω τι έχανα τόσα χρόνια: το "House With A Curse", το EP "Parasites", ακόμα και το ντεμπούτο ρε, γιατί στο διάλο δε τ' άκουγα αυτά;  Ίσως να έπαιρνε άλλη τροπή η ζωή μου, ίσως να γινόμουν και κάποιου είδους πρόεδρος. Τέσπα, δεν έχει νόημα η μοιρολατρεία, ας ζήσουμε τη στιγμή. Κάθε στιγμή αυτής της ανεπανάληπτης δισκάρας.

Διαπιστώνω λοιπόν, ακολουθώντας την πορεία τους, ότι οι Coliseum με κάθε νέα κυκλοφορία τους μαλακώνουν προοδευτικά, και μοιάζουν σιγά-σιγά να απομακρύνονται από το πάνκικο/κραστάδικο στυλ, που διέπει τις παλιότερες δουλειές τους, και να πλησιάζουν όλο και περισσότερο μια ροκάδικη νιρβάνα. Αυτό δε σημαίνει ότι το "Sister Faith" στερείται έντασης και νεύρου, κάθε άλλο, αυτά τα τραγούδια είναι ιδανικό soundtrack για οποιαδήποτε δραστηριότητα απαιτεί μυική δύναμη, γρήγορη επιτάχυνση ή/και χάσιμο από αλκοόλ. Είναι τόσο αψεγάδιαστος, άμεσος και ειλικρινής αυτός ο δίσκος, που αρνούμαι να συγκρίνω τους Coliseum με άλλους post hardcore ήρωες, θα αρκεστώ απλά στο να πω ότι έχουμε να κάνουμε με πανκ ροκ για σεμινάριο. Με αλήτικα φωνητικά που ζέχνουν καταχρήσεις, με κιθάρες του διαόλου (το riff στο "Doing Time". Τέλος.), με bluesy ευαισθησίες ("Love Under Will"), με ένα rhythm section να οργιάζει (το μπάσο ειδικά κάνει θαύματα) και με μια πρέζα ακαταμάχητης σκοτεινίλας (έχουν κομμάτι με τίτλο "Black Magic Punks"!) οι Coliseum έφτιαξαν ένα δίσκο που ακούγεται μονορούφι ξανά και ξανά και που, χάρη στο συνδυασμό τσίτας και ευφορικής νωχελικότητας, μπορεί να διευκολύνει τις καλοκαιρινές αποδράσεις από τα σκατά. Το "Sister Faith" δεν είναι απαραίτητο, είναι υποχρεωτικό!

http://coliseumsoundsystem.com/

Βαγγέλης Ε.