Τρίτη 31 Μαΐου 2011

JOYLESS (Nor) - Without Support (2011)

Λοιπόν. Είμαι υπό την τρομακτική επιρροή του δίσκου, έπειτα από 20 περίπου ακροάσεις, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα λόγια μου, οπότε θέλω να είστε ευγενικοί μαζί μου και να μην ταραχτείτε απ’ όσα θα γράψω.
Οι Joyless όπως γνωρίζουμε καλά, είναι η πλάκα των Forgotten Woods, εκείνων των τύπων που έθεσαν στέρεες βάσεις για τον ήχο του black metal αλλά κανείς δεν παραδέχεται γιατί φοβάται μην τον πουν γραφικό.
Κατέληξαν λοιπόν από depressive black metal τέτοιοι, να αναφέρονται ως... depressive rock.

Εντάξει παιδιά εγώ δεν θα διαφωνήσω, ποιος είμαι άλλωστε για να το κάνω αυτό. Θα διαφωνήσω όμως σίγουρα στο τι εξέλιξη έχει υπάρξει, κι ελπίζω να μην σας φέρνω σε δύσκολη θέση μ’ αυτά μου τα λόγια. Το "Without Support" είναι ένα ξέφρενο ξεκαύλωμα.
Οκ, δηλαδή οι τύποι δεν ξέρω τι γαμηστερότατες φάσεις περνάνε στην ζωή τους, αλλά στοιχηματίζω πως μιλάμε για ένα πολύ φίνο παρεάκι. Αγκάλιασαν με στοργή κι αγάπη έναν πιο heavy και lo-fi ήχο (νομίζω ότι κάτι συμβαίνει με μένα και τις low fidelity δουλειές, δεν γράφω και για τίποτα άλλο…), και ρε παιδιά, σοβαρά, δεν ξέρω αν φταίει η τελευταία δίχρονη, έντονη τριβή μου με το us indie rock (ο Κωστάκης μ’ έχει παρασύρει, σ’ αυτόν τα όποια παράπονα), αλλά πείτε κι εσείς ειλικρινά, δεν ακούτε πολλές από τέτοιες κιθάρες μέσα στον δίσκο;
Άλλες φορές αυτό, κι άλλες φορές μια βρωμερή στονερίλα, ΠΟΥ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ δεν καταλαβαίνω από πού μπορεί να πηγάζει. Δώστε βάση στην κομματάρα "Puberty and Dreams" και δείτε ότι δεν λέω ψέματα. Ή στο "Shadow Spree" ξέρω γω. Γενικά δεν ξέρω, δεν μπορώ να μεταφράσω τι στο καλό έχουν κάνει μ’ αυτό εδώ το άλμπουμ, ακούς από εφηβικό καυλωμένο ντράμινγκ σε heavy rock κομμάτι ("De Profundis Domine"), μέχρι αναφορές σε Vaselines ξέρω γω ("Velvet Willows"), και φυσαρμόνικες με μπάντζα ("Better", οι φυσαρμόνικες παίζουν κι αλλού, απλά εδώ what the fuck).

Πολύ τους γουστάρω αυτούς τους δίσκους γενικά, να σε ρωτάει ο άλλος "τι παίζουν εδώ;", και το μόνο που είσαι ικανός ν’ απαντήσεις είναι ένα "τρέχα γύρευε".
Για να μην σας σκοτίζω πολύ, ακούστε αυτόν τον δίσκο για το καλό σας, ή αλλιώς Hey-Today-Fuck off.


Μάριος Γ.

ΥΓ. Ok, αργήσαμε λίγο να το ανεβάσουμε το ρηβιού, αλλά σας βεβαιώνω οτι ισχύουν ακριβώς όσα λέω.

http://www.myspace.com/joylessmusic

ALFHEIMR (USA) - What Allows Us to Endure (2011)

Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια η Αμερική (και όχι μόνο) έχει χάσει τελείως το μέτρο στην παραγωγή post-rock σχημάτων. Κάθε βδομάδα μια νέα λούτρινη μπάντα κάνει την εμφάνιση της και πετάει μέλι στις κιθάρες της. Μια μπάντα που κανείς δεν πικραίνει, φροντίζοντας να την φιλέψει με γλυκόλογα και ταυτόχρονα να τη θάψει μέσα στην λαίλαπα ονειρόσκονης που κατακλύζει κάθε τόσο τ' αφτιά μας.
Το post-rock παγκοσμίως, έχει ξεπεράσει τα όρια, παρουσιάζοντας σύνδρομα black metal υπερπληθυσμού. Οποιοδήποτε σχετικό review και να κοιτάξετε, δεν θα βρείτε πουθενά ούτε ένα κακό λόγο και αυτή η αγιοποίηση λαμβάνει όσο περνάει ο καιρός, διαστάσεις ασυλιακού χαρακτήρα.

Οι Alfheimr κατάγονται από το Portland των Ηνωμένων Πολιτειών και κινούνται ανάμεσα στο ambient-ο-ειδές, πασιφιστικό post-rock των Eluvium και το ισλανδικό μελόδραμα των Sigur Rós. Τα ελάχιστα φωνητικά, σαφώς επηρεασμένα από τον Jonsi (Sigur Rós) και τα πνευστά κάθε άλλο παρά αμερικάνικο καθιστούν τον ήχο, ενώ λούπες, μπλιμπλίκια, μεταλλόφωνα και λοιπά εργαλεία παιδικής αθωότητας, συνθέτουν έναν τοπίο αρκετά ονειρικό που σε στιγμές υπερβάλλει. Στο ''What Allows Us to Endure'' δεν θα συναντήσουμε τις παραδοσιακές κορυφώσεις του post-rock ούτε τις αεικίνητες κιθάρες του. Εδώ βασιλεύει η γνωστή αδράνεια που δίνει προβάδισμα στον ambient χαρακτήρα του.

Το ''What...'' όμως στέκεται αξιοπρεπώς στην μάχη για την επανοικειοποίηση του χρόνου και του ήχου, που εδώ και χρόνια έχει κηρύξει το post-rock. Παρ' όλα αυτά, πρέπει κάποια στιγμή να αντιμετωπίσουμε το είδος σαν άντρες.


Αντώνης Δ.


Τρίτη 24 Μαΐου 2011

AENAON (Gre) – Cendres et Sang (2011)



Πρώτα ήταν εκείνο το demo που το είχαμε κάνει review στον μεταλλικό αετό. Μετά ήρθε εκείνο το split με τους Ρουμάνους με το τρομερό όνομα, το οποίο το κάναμε εδώ στο ενυδρείο. Καλά το καταλάβατε, κάπου το πάω μικρά πουλιά της γνώσης και της σοφίας... οι Aenaon βγάλανε δίσκο. Και ήρθε η ώρα του να βουτηχτεί στο ενυδρείο. Θα τον κατασπαράξουν άραγε τα αιμοβόρικα πιράνχα του projekt fishtank; Ποια θα είναι άραγε η μοίρα του... για αυτά, και άλλες ιστορίες βουτηγμένες στην δράση και την αγωνία, διαβάστε στην επόμενη παράγραφο.

Μικρά σταθερά βήματα ...baby steps. Τέτοια είναι αυτά που κάνουν οι Aenaon με τους τωρινούς ρυθμούς. Στην πραγματικότητα μια χαρά βήματα και μετρημένα κάνουν, ακριβώς όπως πρέπει. Ωριμάζουν, δοκιμάζουν τις αντοχές τους και τολμούν. Στο "Cendres et Sang" δικαιώνονται (spoiler). Ναι δεν ήθελα να σας αφήσω στην αγωνία και την ανασφάλεια. Μ’ άρεσε ο δίσκος. Από το ιντριγκαδόρικο opening του "Suncord" που φέρει ένα άρωμα από Jaga Jazzist έως το DHG-ικό riffing του "Necroscope", ο δίσκος αποπνέει μια μετρημένη φρεσκάδα. Δεν θα ροκάρει τον κόσμο σας με καμια καινοτόμα μουσική προσέγγιση, ούτε με την ιδιαίτερη μουσική αυθάδεια που διακρίνει τις προαναφερθείσες μπάντες. Από την άλλη όμως, ξεπερνάει την παγίδα της αντιγραφής με επιτυχία και αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Μπορεί που και που να σας έρχονται πράγματα στο μυαλό αλλά ποτέ δεν επιβάλλονται ενοχλητικά ώστε να στραπατσάρουν την γενικότερη αύρα του δίσκου. Αυτή την μετα-αποκαλυπτική μαυρίλα που σαδιστικά επιμένουμε να ακολουθούμε.

Η δουλειά που έχει γίνει στα Strype studios, πέραν του ότι είναι καταπληκτική, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο μου φέρνει στο μυαλό τον ήχο του "How the World Came to an End” των θεόθεων Manes. Όγκος και ακομπλεξάριστα πρίμα, που επιτρέπουν να ακούσεις καθαρά τι παίζει σε κάθε δευτερόλεπτο. Θάνατος στους ήχους "Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια", βαρεθήκαμε να λέμε: βλέπω ένα μικρό riff κρυμμένο πίσω από τον τόρνο που χρησιμοποιείται για κιθάρα. Στο "Cendres et Sang" θα τις ακούσετε μια χαρά τις κιθάρες και τα τύμπανα και όλα, χωρίς τύψεις. Δεν είναι φλώρικα είναι απλά ανθρώπινα. Ο θόρυβος θέλει προσοχή, δεν είναι για όλους.

Για να τελειώνουμε... Οι Aenaon είναι καλοί, τα βήματά τους είναι προσεκτικά και η γέρικη συμβουλή μου που σε κάποιο σημείο πρέπει να ακουστεί, είναι δουλειά και πάλι δουλειά γιατί οι δυνατότητες τους είναι μεγάλες. Δεν μας χαλάει στο επόμενο Inferno να ρωτάμε νορβηγούς με σατανική τσαχπινιά “καιαιαιαιαι τι ώρα παίζουν οι Aenaon φίλε;".


Ιωσήφ Χ.


www.aenaon-band.com
www.myspace.com/aenaonband
www.code666.net

VEINEN (Grc) - Summon Your God (2010)



Darkthrone... η λέξη που συνοψίζει την ουσία της ελληνικής μαύρης σκηνής. Rotting Christ η άλλη, αλλά ευτυχώς αυτοί εδώ ανήκουν στην πρώτη κατηγορία.
Οι Veinen δεν αναδομούν, δεν μεταποιούν, δεν βαριούνται... Σε μέρες που το ένα post αναιρεί το άλλο, οι Αθηναίοι απλά ροκάρουν με κάθε ειλικρίνεια. Αγνό, αλκοολούχο old-school black, κυρίως για νύχτες αλλά και για αντι-lounge πρωινά. Καμιά φορά συμβαίνει κι αυτό.

Ως προς τις επιρροές, ας μην το κουράσουμε, όπως άλλωστε δεν το κουράζουν κι οι ίδιοι. Τα πράγματα εδώ είναι απλά. Απλά και νορβηγικά. Από το roll των Carpathian Forest στα mid-tempo των Satyricon (μετα-Volcano εποχής) και όλα αυτά με τη Darkthrone-ίλα να αναβλύζει από παντού. Ωραία riff, εύθυμα κοψίματα και μια παραγωγή που δεν φοβάται το διάολο. Το μόνο που δεν νορβηγίζει εδώ μέσα είναι τα φωνητικά που φέρνουν αρκετά σε πρώιμο Saki αλλά παρότι αξιοπρεπέστατα θα τα προτιμούσα λίγο πιο σάπια.

Το ''Summon Your God'' με ξεκούρασε, μ' έκανε να αρπάξω μια μπύρα και να ξαναβάλω το ''Strange Old Brew'' στο repeat. Δυστυχώς είχα καιρό να το κάνω...


Αντώνης Δ.


http://www.myspace.com/veinenband

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Julie Christmas @ Feierwerk /// Liturgy, Rumpeln & Honig @ Atlantis Kino, Μόναχο - - 28/04/2011

Δε σε γελούν τα μάτια σου, φίλε αναγνώστη. Το Projekt Fishtank κατάφερε να παρευρεθεί σε δύο συναυλίες το ίδιο βράδυ, κι όλα αυτά, όχι για κανέναν άλλο λόγο, μα για τη δική σου έγκυρη ενημέρωση. Αφού το 'χουμε ξαναπεί, γαμάμε.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Baby Dee - Regifted Light



Υπάρχει πολύς δρόμος στο ταξίδι ενός μουσικού. Ένα σωρό εναλλακτικές για να προσπαθήσεις να φτιάξεις τ’ όνειρο σου, υπάρχουν τύποι που γουστάρουν να παίζουν σε μικρούς χώρους ή στέκια μέχρι τα 50 ή τα 60 ή τα 70 (οκ, σταματάω, δεν υπάρχουν οι τελευταίοι μάλλον) και να νιώθουν αυτοδημιούργητοι, βγάζοντας μόνοι τους την μουσική τους και κάνοντας χαβαλέ στο κατεστημένο. Υπάρχουν οι άλλοι, που προσπαθούν τσούκου τσούκου με κάποιο τρόπο να γίνουν ένα κλικ και πιο αναγνωρίσιμοι, μπας και χωθούν σε κανα live, καμιά εταιρεία να βρούμε να βγάλουμε το σιντί, ν’ αδράξουν λίγο παραπάνω από αυτό που λέμε δόξα (με μια πιο ήρεμη έννοια). Υπάρχουν και οι street artists, θαρραλέοι και ταξιδεμένοι τις περισσότερες φορές, πάνε για μια βόλτα στον κόσμο κι όπου μας βγάλει, άλλοι κάθονται μόνιμα σ' έναν δρόμο κοντά στο σπίτι τους στην Νέα Υόρκη, στην έκτη λεωφόρο.

Λοιπόν, η Baby Dee είναι μια street artist, ή μάλλον ξεκίνησε ως τέτοια. Ή τέτοιος, αλλά για λόγους ευγένειας και σεβασμού θα λέμε "τέτοια". Κάνοντας διάφορα εκκεντρικά πράγματα στην ζωή της, κατέληξε στην μπάντα του David Tibet, τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Current 93, για να δώσει την δική της πνοή στην μουσική (από τις λίγες θετικές εξελίξεις στην μουσική των Current 93).

Πέρα από αυτά όμως, η Baby Dee βγάζει και πολύ ωραίες δικές της σόλο δουλειές, βασισμένες πάνω στο πιάνο, συνήθως με συνοδεία άρπας και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις με πιο πλήρη ενορχήστρωση (βλ. "Love’s Small Song" & "Little Window" και "Safe Inside the Day" αντίστοιχα). Λοιπόν, αυτό εδώ το άλμπουμ που συζητάμε, είναι στη φάση των πρώτων δύο. Βασίζεται πάνω σε δομή λυρικών κομματιών, και στην διαχυτική εκφραστικότητα που διακατέχει το εκτελεστικό της μέρος. Το "Regifted Light" είναι ο δίσκος για μία ηλιόλουστη μέρα, ο δίσκος που θα κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο για μερικές στιγμές, για να τους τις πάρει λίγη ώρα αργότερα η καθημερινότητα (λέω για σας τους δυστυχείς, εγώ γενικά δεν έχω πολλές σκοτούρες συγκριτικά). Θα σας παρακινήσω με το παιχνίδισμα στο "Lullaby Parade", κι αν μείνετε ασυγκίνητοι, κακό δικό σας.

Η Baby Dee μάλλον έβγαλε για μένα ένα από τα καλύτερα άλμπουμς της χρονιάς, και η κρίση αυτή βασίζεται στο ότι θα το ακούσω πολλές φορές κατά την διάρκεια της χρονιάς, μέχρι το τέλος της, και μετά. Τώρα μου γεννιούνται και αναμνήσεις από ένα μικρό λάιβ της σ’ εκείνο το μέρος στο Κουκάκι νομίζω, που μου διαφεύγει πως το λένε, μαζί με τον Alex Neilson (εκεί τον πρωτογνώρισα τον εκπληκτικό αυτόν πιτσιρικά). Ουφ.

Μάριος Γ.


http://www.myspace.com/theonlybabydee
http://www.babydee.org
http://www.dragcity.com

Tim Hecker - Ravedeath 1972



Είναι πολύ εύκολο όταν σχολιάζεις μουσικά έργα μιας φύσης αφαιρετικής, ηχητικά θολής, συνθετικά ομιχλώδους, να παρασυρθείς στην αοριστολογία και την φανφαρολογία. Το προκαλεί η φύση της μουσικής άλλωστε και σε περιπτώσεις τυχαίνει να ταιριάζει και στην ίδια την ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη. Όσο ο ίδιος ο Tim Hecker π.χ. (σε μια λογική άσκησης "ποιητικής αδείας") νοηματοδοτεί τα έργα του βαφτίζοντάς τα με εικόνες μιας ανύπαρκτης ιστορίας, ο ακροατής έχει κάθε δικαίωμα να ντύνει την μουσική του με ό,τι χαρακτηριστικό επιθυμεί. Whatever works best. Η ομορφιά και η μοναδικότητα όμως μουσικών συνθέσεων όπως η φετινή επίσημη κυκλοφορία του Tim Hecker, βρίσκεται αρκετά επίπεδα αντίληψης πάνω από "κλείνω τα μάτια μου και ταξιδεύω" γραφικοτήτων - που τόσο έχουμε υποστεί στις μουσικές καθημερινές συζητήσεις/διαδικτυακές αναζητήσεις.

Αφήνοντας στην άκρη επιτηδεύσεις, στο "Ravedeath, 1972" ακούμε το πιο ώριμο πρόσωπο του Tim Hecker. Και δεν είναι τυχαίο. Η εποχή του αμιγούς πειραματισμού της laptop music (προσωπικά αλλά και ιστορικά/συγκυριακά) έχει ξεθυμάνει και βγει εκτός μόδας. Με την αδιαμφισβήτητη εμπειρία του πλέον στο επίπεδο της τεχνογνωσίας και software και έχοντας δοκιμάσει πολλάκις την έμφυτή και ενστικτώδη αίσθηση της μελωδίας, του μέτρου και της αρμονίας, ο Tim Hecker δείχνει επαναγοητευμένος από την διαδικασία αποσύνθεσης και επανασύνθεσης found ήχων. Οργανικής προέλευσης ήχοι (κιθάρες, πιάνο, organ, μικροφωνισμοί και λοιπά ηχητικά κύτταρα αγνώστου προέλευσης) αποδομούνται, κι από τα συστατικά τους δημιουργείται μια νέα ύπαρξη, με αναγνωρίσιμο τον χρωματισμό των συστατικών του, αλλά με νέο χαρακτήρα, μορφή και (ασταθή) συνοχή. Πολυστρωματικά drones και πνιγμένες μελωδίες, συνθέτουν ένα ηχητικό μίγμα χωρίς ξεκάθαρη αλλά με απόλυτα φυσική ροή, συναισθηματική συνέπεια και ένταση.

Παλινδρομώντας ανάμεσα στην ήπια και την κυριαρχική κατάσταση, ο δίσκος ακολουθεί την μοντέρνα θαρραλέα συνθετική προσέγγιση ηλεκτρονικών πειραματιστών όπως ο Ben Frost (βασικός συντελεστής του δίσκου, μαζί με τον για χρόνια συνεργάτη του Paul Corley και τον "βαρύ" James Plotkin στο mastering) που αποτινάσσει την βαριά σκιά του "διακριτικού" Eno από την ambient, κρατώντας όμως την αποδομητική της ιδιότητα, και την μπολιάζει με τις ετερόκλητες προσωπικές επιρροές του. Το "Ravedeath, 1972" κυλάει με την νωχελική βραδύτητα και την αποστομωτική δύναμη των Ισλανδικών παγετώνων. Είναι η πιο ώριμη έκφανση ενός οράματος σύγχρονου και δυνατού. Μια μουσική στιγμή που συγκινεί, και η πιο δυνατή στιγμή ενός μοναδικού καλλιτέχνη.


Δημήτρης Γ.


http://www.myspace.com/rainbowbloodx
http://www.sunblind.net
http://www.kranky.net