Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Julie Christmas @ Feierwerk /// Liturgy, Rumpeln & Honig @ Atlantis Kino, Μόναχο - - 28/04/2011

Δε σε γελούν τα μάτια σου, φίλε αναγνώστη. Το Projekt Fishtank κατάφερε να παρευρεθεί σε δύο συναυλίες το ίδιο βράδυ, κι όλα αυτά, όχι για κανέναν άλλο λόγο, μα για τη δική σου έγκυρη ενημέρωση. Αφού το 'χουμε ξαναπεί, γαμάμε.


Η βραδιά ξεκίνησε στο στέκι Sunny Red, στον μικρότερο από τους τέσσερις συναυλιακούς χώρους του Feierwerk, με Julie Christmas. Για όσους δεν τη γνωρίζουν, να αναφέρουμε ότι πρόκειται για την τραγουδίστρια, που αρχικά προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και έγινε γνωστή με τους Made Out Of Babies και αργότερα συμμετείχε στα καυλωτικά projects των, διαλυμένων πλέον, Battle Of Mice (με μέλη Neurosis και Book Of Knots) και Spylacopa (όπου μοιράζεται το μικρόφωνο με τον Greg Puciato των Dillinger Escape Plan, ο δίσκος έρχεται οσονούπω). Το 2010 κυκλοφόρησε το solo album της "The Bad Wife" με, ως επί το πλείστον, λυπητερά και ατμοσφαιρικά κομμάτια χαμηλής ηλεκτρικότητας να πλαισιώνουν τα φωνητικά τερτίπια της χαρισματικής Ιουλίας. 
Η αντι-ντίβα Julie με τη μπάντα της ανέβηκε στην υποτυπώδη σκηνή με μια μικρή καθυστέρηση και για την επόμενη μία ώρα παρουσίασε ολόκληρο το δίσκο της. Η σκηνική παρουσία της άψογη, μετρημένη, αλλά και μεθυσμένη, με έκανε να απορώ πώς κάποιος τόσο κομματιασμένος από αλκοόλ μπορεί, όχι μόνο να μη σωριάζεται στο πάτωμα, μα και να αποδίδει χωρίς λάθος τόσο πολύπλοκες φωνητικές ερμηνείες. Οι αλλεπάλληλες εναλλαγές απογοητευμένου λυρισμού, Björk-ικών εξάρσεων, ανατριχιαστικών κραυγών/βιασμών-φωνητικών-χορδών και χαιρέκακων ψιθύρων μικρού κοριτσιού που ετοιμάζεται να κάψει το σπίτι του ενώ οι γονείς του κοιμούνται μέσα, συνέβαλαν σ' ένα καθηλωτικό trip, κατά τη διάρκεια του οποίου ο κώδικας επικοινωνίας περιορίστηκε στα "πςςςςςς" και σε μερικά μεμονωμένα "πωωωωω" και "μαλάκααααα". Αν και προτιμούμε τη φωνή της July με κοπάνημα για background, το στυλ των συνθέσεων, όπου ο ήχος του πιάνου έπαιζε βασικό ρόλο, δεν ήταν σε καμία περίπτωση βαρετό, αφού είχε κι αυτό τις εναλλαγές του, από θλιμμένη τζαζιά, σε ακόμα πιο περίλυπο slowcore (!) και από κει σε υποχθόνιο noise rock σούρσιμο και πάλι πίσω. Το setlist είχε βέβαια και πιο τσιτωμένες στιγμές, με αποκορύφωμα τo χιτάκι-όαση "Bow". Προς το τέλος έλαβε χώρα και συσσίτιο, όπου η Julie καλούσε έναν-έναν απ' το κοινό και σέρβιρε σφηνάκια ουίσκι. Ίσως να είμαι αδερφή, αλλά με συγκίνησε η χειρονομία. Κάπως έτσι έληξε η εξαιρετική εμφάνιση της Julie(ς) Christmas, της ακόμα πιο λατρεμένης μετά απ' αυτό, μα πριν προλάβουμε να επεξεργαστούμε τις όμορφες εντυπώσεις, ξεκινήσαμε άρον-άρον για το κέντρο της πόλης, αφού σε μισή ώρα θα άρχιζε το live των Liturgy...


Φτάσαμε στο Atlantis Kino στην ώρα μας, ακριβώς στις έντεκα, που υποτίθεται ότι θα ξεκινούσε το support, αλλά, εκτός από κάτι καμμένους τύπους που περίμεναν, τίποτα στο μέρος δεν προετοίμαζε για την επερχόμενη συναυλία, ούτε καν το ίδιο το μέρος, αφού πρόκειται για σινεμά! Μάλιστα! Τα στημένα όργανα μπροστά απ' το πανί, πρόδιδαν ότι το live θα γινόταν στην κινηματογραφική αίθουσα και θα καθόμασταν σε γαμημένες θέσεις με βελούδινη επένδυση. Πόση κουλτούρα;!; Τέλος πάντων, αφού μας πρήξανε και κοντέψαμε να βαρέσουμε πρέζα στην καρδιά απ' το περίμενε, ο Rumpeln & Honig εμφανίστηκε κατά τις δωδεκάμιση για να μας παίξει noise πειραματισμούς. Εντάξει noise ήτανε, τι να περιγράψεις ακριβώς; Τα "ηχοτοπία"; Το visual κομμάτι που προβαλλόταν στο background ήταν εντυπωσιακό, αρκούντως αρρωστημένο και τέλεια συγχρονισμένο με τους ήχους, ο καλλιτέχνης όμως δεν έκανε και τίποτα ιδιαίτερο με την κονσόλα και έδινε την εντύπωση ότι απλώς είχε αφήσει το laptop να παίζει ένα συνεχόμενο video clip. Για το λίγο που κράτησε δεν ήταν κι άσχημα, ο τύπος έσκουζε που και που και σε κάποια φάση πήρε ένα καραβόσκοινο κι άρχισε να το μπερδεύει γύρω απ' τον εαυτό του και να χοροπηδάει. Τέλος, μερικοί απ’ το κοινό έτρωγαν ποπ κορν, κάτι που συνέβαλε στο να γίνει το σκηνικό ακόμα πιο σουρεάλ.

(too obscure for myspace)


Με ανυπομονησία περίμενα, μετά απ' όλον αυτόν τον ευχάριστο Γολγοθά, να δω επιτέλους αυτούς τους Liturgy, για τους οποίους και τι δεν έχει ειπωθεί στα ίντερνετς όλο αυτό το διάστημα. Αυτό όφειλεται βέβαια και στην υπεροψία (αυτή είναι νομίζω η σωστή λέξη) των ίδιων των Liturgy. Αυτή η ιστορία με τη "γέννηση" του transcendental black metal, το δήθεν αντίποδα του "hyperborean" (τι "hyperborean" γαμώ το σπίτι σου) black metal, τα σεμινάρια, το σχετικό βιβλίο και την περσόνα του αμούστακου μεσσία Hunter Hunt-Hendrix με αφήνει παγέρα αδιάφορο, κι αυτό μόνο και μόνο χαριστικά, επειδή συμπαθώ τη μουσική τους. Σε αντίθετη περίπτωση θα μου προκαλούσαν απλώς γέλιο, αηδία και αποστοφή. Καταλαβαίνω, παρόλαυτα, απόλυτα τους λόγους, για τους οποίους οι ακροατές διχάστηκαν στους θιγμένους μπλακοθεωρητικούς που δικαιολογημένα κράζουν ανελέητα τη μπάντα και στους Άλλους που, εξίσου δικαιολογημένα, ψαρώνουν και μιλάνε για τη νέα black metal αποκάλυψη. Να σημειωθεί εδώ, ότι όταν αναφερόμαστε στη δεύτερη κατηγορία ακροατών μιλάμε κυρίως για δήθεν εναλλακτικούς, πλην φουλ μοδάτους και "στη φάση" νεοψαγμένους (κατάφερα να μη χρησιμοποιήσω τον όρο "hipsters"!), που όσο συνειδητοποιημένοι είναι σχετικά με το πώς και το γιατί ακούνε μουσική, άλλο τόσο μπορεί ένας πίθηκος να διδάξει πυρηνική φυσική στο Μετσόβειο. Κατά τη γνώμη μου, και οι μεν και οι δε κάνουν ένα λάθος: οι Liturgy ΔΕΝ παιζουν black metal, σε αντίθεση με αυτά που δηλώνει και πιστεύει η ίδια η μπάντα, οπότε δεν πρέπει να κρίνονται με αυτό το black metal σκεπτικό. Το black metal feeling δεν είναι τυχαίος ορισμός και δε μπορεί μουσικά να περιοριστεί στις κιθάρες-τζιτζίκια, τα blastbeats, την ενίοτε εκτελεστική κουλαμάρα και τα φωνητικά. Το black metal feeling είναι ο ορισμός της απόλυτης ηχητικής μιζέριας. Είναι ξερό, αρνητικό, στριφνό, σκοτεινό και, το σημαντικότερο, ψυχοφθόρο, δηλαδή μίλια μακριά από κάθε έννοια αισθητικής ευχαρίστησης. Το τελείως άκακο και ακίνδυνο στυλ των Liturgy δεν παρουσιάζει κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, είναι έτσι καμωμένο ώστε μάλλον ψυχική ανάταση προκαλεί, παρά οτιδήποτε αρνητικό. Είναι "φωτεινή" μουσική που σκοπό έχει να προκαλέσει στον ακροατή ένα άπλωμα προς τον έξω κόσμο, ένω από την άλλη το black metal στοχεύει στην υποχώρηση προς τα μέσα, μακριά απ' τον κόσμο και στο άγχος που βιώνεται μέσα στον εαυτό. 

Για να παραστήσω και λίγο το δικηγόρο του διαβόλου, θα παραδεχτώ ότι, απ' αυτή την άποψη, οι Liturgy δεν έχουν και τόσο άδικο που θεωρούν τη μουσική τους και το νορβηγικό black metal δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές τάσεις. Σε καμία περίπτωση όμως δύο διαφορετικές τάσεις του black metal, θα τις περιέγραφα σαν (σ)τάσεις πρόκλησης τελείως αντίθετων συναισθημάτων μέσω μουσικών συνθέσεων με κοινή όμως αφετηρία. Και αυτό είναι που με εντυπωσιάζει στους Liturgy. Ότι χρησιμοποίησαν τα εξωτερικά γνωρίσματα του black metal για να φτιάξουν το αντίθετό του! Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν έχει ξανασυμβεί, βρίσκω την ιδέα πολύ πρωτότυπη και εμπνευσμένη και γι' αυτό το λόγο θεωρώ το έργο της μπάντας αρκετά σημαντικό από θεωρητική άποψη. Στην πράξη είναι ένα άλλο θέμα, αφού οι δίσκοι, παρά την φαντεζί και αλλόκοτη ατμόσφαιρα σαν πρώτη εντύπωση, είναι μάλλον μονότονοι και με δυσκολία μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον αμείωτο καθόλη τη διάρκεια της ακρόασής τους. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι οιLiturgy καινοτομούν και ανοίγουν δρόμους εφευρίσκοντας ένα μοναδικό στυλ, για το οποίο θα πρέπει σύντομα να βρεθεί μια άλλη ονομασία, αφού αυτό το "transendental black metal" είναι απλά γελοίο. 

Δεν πιστεύω να σας κούρασα ε; Και να σας κούρασα μη μασάτε γιατί για την εμφάνισή τους δεν έχω να πω και πολλά. Κομμάτια από το φετινό "Aesthethica" και το προπέρσινο "Renihilation" (ξεχώρισα τα "Pagan Dawn", "High Gold", "Returner" και τα πιο αργά instrumentals "Generation" και "Veins Of God") αποδόθηκαν με ευκρίνεια ακριβώς όπως στους δίσκους. Οι Liturgy επι σκηνής ήταν σαν σύνολο ντροπαλούληδες και σεμνοί, δεν μίλησαν σχεδόν καθόλου, ενώ εγώ περιμένα τουλάχιστον ένα σύντομο πρόλογο ή μερικές επεξηγήσεις, βρε αδερφέ, σχετικά με τη βαθιά φιλοσοφία τους. Ο drummer ήταν, όπως αναμενόταν, τρομερά ικανός και ακριβής και εκτελούσε άψογα αυτά τα... πώς τα λέτε...α ναι, τα burst beats. Τις κραυγές του Hunt-Hendrix πραγματικά τις λάτρεψα, θα ορκιζόμουν ότι ο τύπος δεν πρόφερε καμία άλλη "λέξη" εκτός απ' το "σσεεεεεαααααουυυυυυ", ένα ετοιμοθάνατο ζώο που του φάγαν το μπιφτέκι του. Πέρα απ' την πλάκα, τα φωνητικά του είναι πολύ ιδιαίτερα και συνεισφέρουν σημαντικά στην όλη ατμόσφαιρα. Οι συνθέσεις κατα τ' άλλα, όπως τις ξέρετε, χαοτικές μα ταυτόχρονα εντελώς συμμετρικές στην υπνωτιστική επαναληπτικότητά τους, με ακατάπαυστο ξύσιμο στις κιθάρες που προκαλούσε ένα συνεχές, ευχάριστο βουητό και μεγάλες διάρκειες, οι οποίες συχνά τις καθιστούν ευθέως βαρετές, δώστε βάση στο "ευθέως", κάτι που πιστεύω ότι γίνεται σκόπιμα από τους Liturgy. Το ότι παρακολουθήσαμε τη συναυλία καθιστοί είχε κι αυτό το γούστο του και υποβοηθούσε το τυχόν χάσιμο ή το περιστασιακό πήξιμο, όπως το δει κανείς. 



Το live έληξε κατά τις δύο, πηγαίνοντας προς το σπίτι δεν ένιωσα αλλαγμένος μετά την εμπειρία του τρανσεντένταλ μπλακ μέταλ, δεν κατάφερα να δω το Φως της Αλήθειας των Liturgy, που τόσο απεγνωσμένα προσπαθούν να μεταδώσουν, δεν επηρεάστηκε η γνώμη μου για τίποτα ούτε θετικά ούτε αρνητικά, δεν πήρα τηλέφωνο από Julie Christmas, ούτε καν το μετρό δεν πρόλαβα. Παρ'ολα αυτά όμως, ήταν ένα απολαυστικότατο βράδυ. Βασικά σαν επίλογο, θα πρότεινα να δώσουμε λίγο τόπο στην οργή, άλλα και στην υστερία, σχετικά με τους Liturgy, γιατί αφού τους είδα ζωντανά συνειδητοποίησα ότι κι αυτοί άνθρωποι είναι. Χμμ... Τι σόι δήλωση ήταν αυτή τώρα; Ρε μήπως τελικά...; 

Βαγγέλης Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: