Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

FISHTANK - JAPAN IKUZO!! Pt.1 of 5



"Η Απονία", που έλεγε κι ο Έβερτ. Αυτή η πάντα περιέργη και εξωγήινη για μας τους Ευρωπαίους χώρα, η χώρα με την τεράστια βιομηχανία, το υψηλό ποσοστό αυτοκτονιών, τον υπερπληθυσμό, το baseball και το sumo ως εθνικά σπόρ, τις δεμένες μαθητριούλες ως εθνική φαντασίωση, το μέρος όπου ένα ζωντανό χταπόδι εκτός από λιχουδιά αποτελεί και σεξουαλικό βοήθημα, το σπίτι των πανομοιότυπων για μας τουριστών με τη φωτογραφική μηχανή σαν προέκταση του καρπού τους, που αφού εξαντλήσουν τις δέκα μέρες άδειας που δικαιούνται το χρόνο, δουλεύουν και πάλι πυρετωδώς σα ρομποτάκια, η πατρίδα του bukkake, των διεστραμμένων manga και ταυτόχρονα πατρίδα ανθρώπων εύθραστων σαν άνθη κερασιάς, που αν τους θίξεις την τιμή καρφώνουν σπαθιά στην κοιλιά τους. Το Project Fishtank, κάνοντας πράξη το παλιό απωθημένο του να παρουσιάσει ένα κλάσμα της χαώδους ιαπωνικής extreme σκηνής, προσπαθεί από τη μία να αποδώσει φόρο τιμής σε επιφανείς γιαπωνέζους μουσικοβλαμμένους, και από την άλλη να υψώσει ένα τεράστιο κυματοθραύστη διαφορετικότητας, απροσπέλαστο από τα τσουνάμι της δυτικοευρωπαικής πολιτιστικής μιζέριας, τα οποία ώρες ώρες νιώθουμε ότι μας πνίγουν. Ξεχάστε λοιπόν για λίγο τους νίντζα, τα sushi, τον Κουροσάβα και τον Τζουμαρού και ακολουθήστε μας σε μια περιήγηση στο λαβύρινθο της γιαπωνέζικης μουσικής ανισορροπίας.

Έργο του Sekitani Norihiro


ΜΕΡΟΣ 1ο: Japcore // Crust

"Don't call japanese hardcore japcore!" ορύονταν οι Anal Cunt, εμείς όμως θα τους χαλάσουμε το χατήρι, αφού στο hardcore οι Ιάπωνες κατέληξαν να έχουν ένα ολόδικό τους στυλ ήδη από τις αρχές των 80's. Σε πρώτη φάση, εννοείται ότι πολλοί Γιαπωνέζοι punks επηρεάστηκαν σε βαθμό παρεξηγήσεως από την έκρηξη του hardcore punk στην Αμερική. Ανάμεσα στους πρωτεργάτες του japcore βρίσκουμε τους The Stalin, που είναι κι από τις πιο light μπάντες της σκηνής με επιρροές από Circle Jerks, Adolescents κλπ., τους μυστήριους Gauze, οι οποίοι συνδύασαν γκαζιάρικα punk riffs και αργόσυρτα τύμπανα και υπάρχουν μέχρι και σήμερα, τους πιο σκοτεινούς και Black Flag-ικούς Ghoul, που σταδιακά το γύρισαν στις μεταλλιές όπως και πολλοί απ' τους Αμερικανούς ομόλογούς τους εξάλλου, και τους φοβερούς The Execute, οι οποίοι ξεχωρίσαν με το ευφάνταστο και καυλωτικό τους παίξιμο που περιελάμβανε ακόμα και solos! Φυσικά υπήρξαν και γελοιότητες, όπως οι Dead Cops με το κούλο low fi metal τους, τα απαράδεκτα φωνητικά στα αγγλικά και καθυστερημένους στίχους όπως "kill the cops, the cops must die". Σ' αυτό το σημείο, παρά την ιδιαιτερότητα του γιαπενέζικου στίχου που χρησιμοποιήθηκε από την πλειοψηφία των συγκροτημάτων, δε συναντάμε ιδιαίτερες εκπλήξεις στον japanese hardcore ήχο, αλλά κυρίως μιμμητικές τάσεις, οι οποίες όμως εκφράστηκαν με πάθος, σεβασμό και έμπνευση. Ακούγοντας όμως αυτά τα πρώιμα διαμαντάκια, οι πιο παρατηρητικοί θα αντιληφθούν στις μπάντες που αναφέρθηκαν μια συμπάθεια για τη μελωδία και μια συνήθεια να τσοντάρουν χεβυμεταλλιές όπου έβρισκαν ευκαιρία. Τέτοια πράγματα αποτελούσαν και αποτελούν για το δυτικό hardcore punk ντροπή και αίσχος, η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου όμως δεν παίρνει χαμπάρι από τέτοια πράματα. Κι έτσι, ταυτόχρονα με το πρώτο κύμα του πιο straight japcore, όπου η μελωδία χρησιμοποιήθηκε δειλά και σποραδικά, εμφανίστηκε μια συνομωταξία συγκροτημάτων, η οποία χωρίς καμία τύψη και τελείως ξεδιάντροπα άρχισε να παίζει ένα ανεκδιήγητο μείγμα heavy metal και hardcore με ως επί το πλείστον τζαζεμένα φωνητικά, κάτι που έμελλε να γίνει το χαρακτηριστικότερο γιαπωνέζικο μουσικό είδος, ένα είδος που ονομάστηκε (κρατιέστε; )...

... "Burning Spirits". Για την ακρίβεια, η ονομασία πρωτοχρησιμοποιήθηκε πολύ αργότερα για ένα περιοδεύοντα "θίασο" συγκροτημάτων που όργωνε για χρόνια ολόκληρη την Ιαπωνία, όμως τελικά ο όρος επικράτησε σαν περιγραφή του στυλ πολλών από των μπαντών που συμμετείχαν στα Burning Spirits, άλλα και προγενέστερων που έθεσαν τις βάσεις για την επικράτηση του είδους και τη μαζική του αποδοχή. Η σημαντικότερη φιγούρα του Burning Spirits ήταν χωρίς αμφιβολία ο κιθαρίστας Hiroyuki Kishida, πιο γνωστός και ως Chelsea. Ξεκινώντας στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα με τους Poison (που για λόγους copyright μετονομάστηκαν σε Poison Arts), ο παιχταράς Chelsea ήταν απ' τους πρώτους που εισήγαγαν το heavy metal στο japcore, σηματοδοτώντας την ύστερια γύρω από το Burning Spirits style, ύστερια που βαστάει γερά μέχρι και σήμερα, αφού οι συγκεκριμένες μουσικές καταναλώνονται από τα καταπιεσμένα Γιαπωνεζάκια, όπως οι Πυξ Λαξ και οι Τρύπες από τα Ελληνόπουλα. Δε μιλάμε απλά για heavy metal επιρροές, ούτε για crossover, οι Anthrax, σε σχέση μ' αυτό το πράμα που ακούμε εδώ, παραήταν χαρντκοράδες. Μιλάμε για μεταλλάδικο-όσο-δεν-πάει παίξιμο στις κιθάρες, απόλυτως μέσα στο πνεύμα του British Heavy Metal, πιο Iron Maiden κι απ' τους Iron Maiden, που άντε στα πιο σκληροπυρηνικά του να θυμίσει και λίγο Bay Area. Το μόνο που φέρνει στο μυαλό hardcore καταστάσεις είναι κάποιοι ρυθμοί στα drums, που χάρη τους κάνουμε και δεν τους χαρακτηρίζουμε thrash, κάποια sing-alongs και σε πολλές περιπτώσεις τα τελείως βλαμμένα φωνητικά που είναι πραγματικά ό,τι να 'ναι, άλλοτε τσαμπουκαλαδίκα, άλλοτε ειρωνικά και άλλοτε απλώς απερίγραπτα με γυναικείες κραυγούλες, σφυρίγματα, γέλια, ψιτ-ψιτ, αρίμπα και άλλα τέτοια όμορφα, όπως για παράδειγμα στον πρώτο δίσκο των Poison Arts, "Kick Rock", όπου γίνεται κυριολεκτικά της πόρνης. Στα τέλη της δεκαετίας, ο Chelsea έφτιαξε τους τεράστιους και τρομερά επιδραστικούς Death Side (οι Tragedy δηλώνουν επηρεασμένοι απ' αυτούς), που με το δίσκο/ορόσημο του japcore, "Wasted Dream" του 1989, αποτέλεσαν τη θανατερή και διόλου χαβαλετζίδικη όψη της σκηνής, ενώ αργότερα στη δεκαετία του ενενήντα δημιούργησε τους θεόμουρλους Paintbox, με τους οποίους κυκλοφόρησε μόνο δισκάρες μέχρι το θάνατο του από τις καταχρήσεις το 2007. Φεστιβάλ με νέες αλλά και νεκραναστημένες Burning Spirits μπάντες εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να γίνονται στη μνήμη αυτού του σημαντικού μουσικού που δικαίως θεωρείται από τις μεγαλύτερες μορφές για τον ιαπωνικό σκληρό ήχο.

Καλόγουστη αφίσα από φεστιβάλ Burning Spirits

Εκτός των συγκροτημάτων του Chelsea, εξίσου επιδραστικοί υπήρξαν και οι ολοκληρωτικά καμμένοι G.I.S.M., οι οποίοι ακούγονται σε φάσεις σαν αυτιστικοί πρώιμοι Celtic Frost που τζαμάρουν με Iron Maiden μεθυσμένους. Τον τραγουδιστή πρέπει να τον ακούσετε για να τον πιστέψετε, καμιά φορά βήχει κιολας! Το über-cult ντεμπούτο τους "DETESTation" αποτελεί τρελό collector's item, ενώ η μπάντα μετά από διάλειμμα 15 χρόνων και μέσα στα πλαίσια μιας γενικότερης τάσης για επαναδραστηριοποίηση, κυκλοφόρησε κάπου στις αρχές των 00's το αλλόκοτο "SoniCRIME TheRapy" και στα καπάκια διέλυσε. Άξιοι αναφοράς, αλλά σε πιο νορμάλ μουσικές φόρμες, είναι οι Nightmare και οι Bastard, που αμφότεροι έπαιξαν ιδιαίτερα τσιτωμένα και ακραία (είπε κανείς "crust"; ) για την εποχή τους, ενώ οι Judgement (με μέλη Bastard) και οι Crude μονοπώλησαν το ενδιαφέρον τη δεκαετία του ενενήντα με ωραιότατους δίσκους, φορτσάτες παραγωγές και ήχο όχι τόσο απροκάλυπτα Burning Spirits, παρόλαυτα με καραμπινάτο japanese χαρακτήρα.

Στο πέρασμα των χρόνων εμφανίστηκαν αμέτρητα japcore σχήματα, των οποίων οι δουλειές είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν. Η προβολή τους πολύ σπάνια έφτασε την Αμερική ή την Ευρώπη, παρόλο που στην Ιαπωνία το hardcore είναι εξαιρετικά δημοφιλές στις μέρες μας, για παράδειγμα οι Forward, μια τίγκα ροκεντρολλέ Burning Spirits μπάντα (επίσης με μέλη Bastard), σπονσοράρονται από τη Honda... Αυτά, συμπεριλαμβανομένου και του άκρως χεβυμεταλλάδικου στυλ στη μουσική, μπορεί να φαίνονται τελείως απαράδεκτα και αντι-hardcore για το μέσο δυτικό οπαδό, σκεφτείτε όμως ότι έχουμε να κάνουμε με έναν τελείως διαφορετικό λαό που αντιμετωπίζει διαφορετικού είδους εξωτερικές πιέσεις, από τις οποίες μοιραία εκτονώνεται και με διαφορετικό τρόπο, αφού στο θέμα του hardcore κυρίως για βίαιη εκτόνωση πρόκειται. Και τέλοσπαντων, ας μου πει επιτέλους κάποιος πού είναι το κακό στο να ξεκαυλώνεις με γρήγορα solos!

Διακριτικό logo των G.I.S.M.

Κλείνοντας σιγά-σιγά το japcore μέρος του αφιερώματος, θα αναφέρουμε κάποιες πιο πρόσφατες γαμηστερές δουλειές που πετύχαμε. Πιστοί υπηρέτες του Burning Spirits, οι Etae στο "Rotten To The Core" EP μπλέκουν βρωμερή crust-ιά με επική Maiden-ίλα σε έναν ακαταμάχητο συνδυασμό, ενώ οι Mustang του "Free Style" επιστρατεύουν ολίγη από την Paintbox παλαβομάρα. Οι υπερτέχνικοι και πανγρήγοροι Terror Squad δίνουν ρέστα στο "Chaosdragon Rising" με καύλα φωνητικά και vibes που φέρνουν στο νου τους D.R.I. (τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να σολάρουν ακατάπαυστα...), ενώ από την άλλη οι AI, παρόλο που είναι επαρχιώτες ξεκομμένοι απ' την αστική παράνοια, παίζουν με αξιοζήλευτη λύσσα το "The Sounds Of Hearts". Εκτός των απείρων albums από αρρωστάκια του Burning Spirits, υπάρχουν και δίσκοι με κάπως πιο μοντέρνο ήχο, όπως το "Never Forget Pain" (από τίτλους μη συζητάς) των Never Again, που δίπλα στο κλασσικό japcore ύφος παρουσιάζει και κάποια ψείγματα Αμερικής, και το "Dear Daily Life" από τους πολύ καλούς Acrostix, που τους ακούμε να σκίζονται λοξοκοιτώντας τους Tragedy αλλά και τους Cro-Mags. Τέλος, τα καλτσόν μας χάσαμε με το "Far East Hardcore Punk" των Enslave, που διαλύουν τα πάντα με υπεργρήγορο πλην θεατρικά συναιθηματικό hardcore/crust και ξεσκισμένα διπλά φωνητικά που σίγουρα θίγουν πολύ σοβαρά θέματα. 

Αυτόακριβώστιποτάλλο

Δε γίνεται να μιλάμε τόση ώρα για hardcore, χωρίς να σκεφτούμε τα διάφορα παρακλάδια που προέκυψαν απ' αυτό. ΄Οταν τα πράγματα στο japcore αγριεύουν και ένα μέρος της σκηνής διαολοστέλνει την εμπορικότητα και αγκαλιάζει την παραδοσιακή πάνκικη νοοτροπία, όπως τη βιώνουν Σκανδιναβοί καταληψιές και Αμερικανοί ex-workers, τότε προκύπτει το γιαπωνέζικο crust. Χαρακτηριστικό και αρκετά γνωστό παράδειγμα αποτελούν οι φοβεροί και τρομεροί Crow, που υπάρχουν εδώ και 25 περίπου χρόνια. Στο δίσκο τους "Bloody Tear" του 2005 παίζουν απίστευτο μοντέρνο crust με κολασμένους ρυθμούς, βροντερά riffs και ατμοσφαιρικά σημεία σαν αυτά που ακούμε από μεταγενέστερους και ψαρώνουμε, ενώ το τελευταίο κομμάτι του δίσκου είναι σα να ακούς δύο τραγούδια ταυτόχρονα! Στο άλλο άκρο έχουμε τους θεούς Axewield, πρώην Effigy, που σε κάθε κυκλοφορία τους διακρίνεται το τεράστιο κόλλημά τους με τους Amebix και τους Hellbastard. Απλά πιο μονόχνωτοι και old-school δε γίνεται, όχι μόνο μουσικά αλλά και σε θέμα artwork και γενικότερου στησίματος. Πιο σπινταριστοί είναι οι Assault (γράφουν το όνομά τους "ασσαυλτ") που δίπλα στην αγάπη τους για τους TragedyFrom Ashes Rise επιδεικνύουν και μια απίστευτη τεχνική σε ένα δίσκο γεμάτο απεγνωσμένες riff-άρες και πάθος που ξεχειλίζει με κάθε νότα και ρυθμό. Εκτός από τους εκπροσώπους της παραδοσιακής crust κουλτούρας, η Ιαπωνία γέννησε και crust μπάντες που αποστασιοποιήθηκαν από την πάνκικη φιλοσοφία και επικεντρώθηκαν απλώς στο να παίξουν μουσικάρες. Οι Muga στο ομώνυμο ντεμπούτο τους του 2001, που είναι και η αγαπημένη μου γιαπωνέζικη κυκλοφορία φορέβερ εντ έβερ, τα κάνουν όλα πουτάνα, ακροβατώντας ανάμεσα στο καραεπικό, κλαμμένο neocrust, σε ατμοσφαιρικά περάσματα και σε χαοτικές τεχνο-hardcore-ιές. Τα διπλά φωνητικά (κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι ψηλές στριγκλιές ανήκουν σε γυναίκα, προσωπικά αμφιβάλλω) είναι τελείως απόκοσμα, πορωτικά και γεμάτα θεατρικότητα, όπως και η μουσική των Muga. Τo ύφος τους σε πολλά σημεία θυμίζει τόσο έντονα Catharsis, ώστε μπορεί στους πιο ευαίσθητους να φέρει δάκρυα στα μάτια. Μετά το "Muga" ακολούθησε το EP "The Road Of Asura" και το album "There Is Nothing Eternal Exists", αμφότερες κυκλοφορίες γαμηστερές, σίγουρα όμως δε φτάνουν την κορυφή που έπιασε το ντεμπούτο. 

Βαγγέλης Ε.


3 σχόλια:

atsalinos είπε...

E NAI re vago

Dirty Wombs είπε...

Τεράστιο ποστ! Εύγε

Ανώνυμος είπε...

μπράβο μπράβο μπράβο.
ανυπομονώ να μάθω νέα πράματα